Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Γῆς ὀρφανὴ




Γῆς ὀρφανὴ

Εἰς τῆς καρδιᾶς τὸ πύρωμα,
περπατώντας μὲ δροσούλα,
ἐσυνάντησα μίαν κόρη,
ὅμοιαν μὲ τὴν αὐγούλα.

Τραγουδοῦσε εἰς τὸν δρόμο,
κι ἔλεγε γιὰ τὴν ζωήν,
πὼς τὴν ξέχασεν ὁ κόσμος,
πὼς δὲν ἄκουε φωνήν.

Ἦλθεν δίπλα εἰς τὸ αὐτί μου,
νὰ μοῦ ψιθυρίσῃ μυστικόν,
- ἡ παιδεία εἶμαι, μοῦ εἶπε
κι εἶχε μέγιστον καημόν.

Κοντοστάθηκε γιὰ λίγο
κι ἔβγαλε ἀναστεναγμόν,
-δὲν ἀναγνωρίζω πλέον
τί, ποῖον εἶναι Ἑλληνικόν.

Χαρακώνουν τὸ κορμί μου,
μὲ ἀνύπαρκτον γραφὴν
καὶ ἀφήνουν τὸ παιδί μου
μόνον, νὰ λησμονηθῇ.

Κι ὅλον κλαίω πιὰς μ’ ἐτοῦτα,
διότι ὅλοι εἶσθε τυφλοί,
ἐὰν χάσω τὸ παιδί μου,
θὰ ᾿ναι ἡ γῆς σας ὀρφανή.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
30-4-2012

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Ὄνειρον





Ὄνειρον

Σὰν πειρατὴς πιὰς γερασμένος,
σ’ ἕνα γεμάτον λάφυρα νησί,
γέρνω ν’ ἀποκάμω ἐρωτευμένος,
πότες μὲ ἥλιον, συνεφιά, βροχὴ
κι ὅσον ἀπέμεινε γλυκὸν κρασί.

Κερνᾶ με σὰν πατῶ τὴν γῆς ῥοῦμι ὁ λοστρόμος
καὶ πίνω το σὲ κοῦπα καρυδένια·
ἡ θάλασσα ἐμπρός μου σμαραγδένια
κι ὀρθὸν μὲ χαιρετᾶ ἡ ἁρμύρα,
σὰν μάνα ποὺ ἡ εὐχὴ της λέει, δὲν εἶσαι μόνος.

Ἕνα πουλί, θαλασσοπούλι, τὸν οὐρανὸν χτενίζει,
καμμιὰν ἀκτὴν ἴσως ὀνειρεύεται κι αὐτό,
ποὺ ὅλου τοῦ κόσμου τοὺς γιαλοὺς ἔχει γνωρίσει·
κι ὅσον σὲ ξένην γῆ κι ἄν πῆγα κι ἄν μπαρκάρησα
πάντα τὸ βλέπω ἀπ’τὴν πρώρα νἆναι ἐμπρός.

Ὕστερις μένει σ’ ἕνα δεῖλι μόνη ἡ ὀμορφιὰ
ποὺ ἑτοῦτος ἐγέννησεν ὁ τόπος·
ἔχει τὰ χείλη θεϊκὰ καὶ μελωμένα,
χαμόγελον ἐρωτικὸν ὡσὰν μωρὸν,
ἀμάτια ἔχει Θέ μου ἀμυγδαλωτά.

Ἡμέρωσε κι ἐλάμπουσε ἡ ματιά της,
γιὰ λίγο ἐστάθη πάνω ἀπ’τὸ ἔρμον λιθονήσι
κι ἔπειτα ἐβυθίσθη εἰς τ’ ἄπατα τοῦ λογισμοῦ νερὰ
κι ἐπέταξε μετὰ ὑψηλά, εἰς τοῦ  ἡλίου ἐπέταξε,
εἰς τοῦ οὐρανοῦ τὴν ἀγκαλιά.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
19-4-2017
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ὁ λόγος ζωή




Ὁ λόγος ζωή

Ἦταν μισὴ σκοτεινιὰ ποὺ τὸν ἥλιον
ἐπάλευε·
νὰ καταπιῇ ζητοῦσε τὴν ἄλλην
φωτεινὴν
καὶ γκρίζον ἀντίκρυ ἦλθεν
ὁπλισμένον,
στρατιὲς τὰ μῶβ,
τὰ πορφυρὰ  τὰ κίτρινα,
πόλεμος…

Νίκην ἐζητοῦσε ἡ σκοτεινιά,
νίκην
καὶ μὲ βροχὴν εἰς τὰ πέλαγα τρόμον
ἔφερε·
μὲ ὁρμὴν ἐστάθη εἰς τὴν γῆς ἀπάνω
καὶ βρόντηξε φωνὴν τῶν τάφων,
ἴσαμε τὶς πούλιες
καὶ τὶς πέρα φωτιὲς ν’ ἀκουσθῇ.

 Ἥλιε, ἥλιε,
χάχάχάχάχά…
καὶ μέσα ἀπὸ τὸν γέλωτα
ὁ νέκυος ὀρθώθη ἄρχων·
κύτταξε μόνον αὐτὸς τὸ φῶς κατάματα,
ἔφτυσε
κι ἄνοιξαν οἱ τάφοι
ζητώντας ἀπὸ τὴν δροσιά του ζωήν.

Μύρισε ἡ γῆς νέκυον χῶμα,
μύρισε ἡ γῆς τῶν τάφων
τ’ ἀνεύλογον ἄνοιγμα
κι ἀκούσθη σὲ μιὰ τῆς σιγαλιᾶς στιγμήν,
οἱ τρεχαλιὲς τῆς τρομαγμένης ἀνοίξεως
νὰ χάνονται σὲ ὑγρὴν σκοταδιασμένην
τοῦ Ἀπρίλη αὐγήν·
μύρισε τοῦ βουνοῦ ἡ πλαγιὰ
καὶ ὁ τῆς γῆς ὀμφαλός…
τότες πρωτόδα
μαῦρα νέκυα γύρω τους μάρμαρα
μὲ ἡδονὴν νὰ γεύωνται
τὸν λόγον τοῦ σκοτεινοῦ ἄρχοντος.

Στάθηκα δυὸ μονάχα πατήματα
δίπλα εἰς τὸ γηραιὸν σοφὸν ξάνθισμα·
ἔκλαια, ἔκλαια, ἔκλαια…
σάρκα σάρκαν ἔτρωγε,
ἔπνιγε πνοὴ τὴν πνοήν,
μαύρη ἦταν ἡ βροχὴ
καὶ σκοταδιασμένη ἡ δόλια χιόνα,
τάφωνε τὸ χῶμα
τῆς κάποτε λεύτερης παγγαίας·
μονάχα ὁ σοφὸς ξανθιστὴς γηραιός,
λόγος παλαιός,
φὼς ζωντανός.

Ἴσαμε τῆς σελήνης τὰ λακούβια
καὶ πέρα ἀπὸ τὰ πέρα πέλαγα τῶν φωτεινῶν
ὁ λόγος ζωντανὸς
ἔκλαιε, ἔκλαιε, ἔκλαιε…
καὶ τὸ χῶμα τὰ δάκρυα ἒχώνευε·
θἆταν θαρρῶ τοῦ Μάρτη κάποιον δείλι
μὲ μαβιὰ παιδούλα ἀπεσπερίδα,
ὅπου τότες ὁ λόγος φῶς
μέσα κρυμμένος σπόρος ἦταν
σὲ νοτισμένον λεύτερον χῶμα.
Ὅσον μιᾶς πνοῆς  τὸ μπόι ἐστηλώθηκε,
κύτταξε τὴν ἄκρην σκοτεινιὰ χαμογελώντας
καὶ πλάι ἔγειρε εὐτυχισμένος,
ἀκούοντας τὸ χαῖρε ἥλιε
χαῖρε ἀνέρα φῶς,
ἀπὸ τὶς βλαστιὲς τῶν γύρω σπόρων κορφές.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
30-12-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »