Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Ἀδείλινος Αὐγή





Ἀδείλινος Αὐγή

Ἦταν τότες, ὁποὺ τὰ μάτια μου ζωὴν ἀντίκρυσαν…
κι ἄκουσα πατέρα, τοὺς πρώτους τῆς καρδιᾶς σου λόγους.
Πὼς θὰ ᾿ναι ὁ ἔρωτας ἔλεες ὁδηγός μου
καὶ γύρω μου ἡ γνῶσις, ἡ ἀπέραντη φωτιά μου.
Καὶ πὼς τὰ χάδια σου, ἴαμα θὰ ᾿ναι καὶ τροφὴ
καὶ τὸ φιλί σου ἔλεες, καρδιὰ καὶ ἀγκαλιά μου.

Μοῦ ᾿πες μονάχα τὸ κακόν, καθὼς κυλοῦν τὰ χρόνια,
θὰ μοῦ στερήσῃ τὴν ζωήν,
γηραιὸς τότες σὰν θὰ ᾿μαι, ὅπως τὰ χιόνια.
Πὼς τὸ γεννᾶ ὁ ἄνθρωπος σὲ αὐτὴν τὴν γῆν
καὶ ἀπὸ κάθε γένναν του,
θὰ χάνω μίαν ζωῆς στιγμήν.

Καὶ λαχταροῦσα ποὺ ἔλεες τὴν ἐλευτεριὰν τοῦ Αἰγαίου
καὶ πὼς σὲ ὅρη ἀψηλὰ εἶναι ἡ ὀμορφιά,
ποὺ ᾿χουν τὸν Φοῖβον βασιλιά…

Μοῦ τραγουδοῦσες θάλασσες, γύρω ἀπὸ ἀετίσιους βράχους
καὶ μύριζα ἀμμουδιές, πευκόφυτες ἀκτές·
κι ὕστερις ἄκουα τὸ βύθισμα τοῦ ἡλίου εἰς τὰ νερά τους
κι ἔπειτας ἔλεες νανούρισμα, ἀργά,
νὰ ὁ Θεός, τὸ χάραμα, ἡ ἄνοιξις, βροχὴ κι ἡ εὐωδιά τους.

Πὼς θὰ ᾿χω χρόνους ἔλεες, τ’ Ἀπρίλη ἀμυγδαλιὲς
κι ἄρωμα γύρω μου παντοῦ, ἀπὸ δαφνοστεφανωμένες λίμνες καὶ ἀκροποταμιές
καὶ θὰ ᾿ναι ὁ ἔρωτας εἰς τὴν νιότην μου,
σεριάνισμα τοῦ φεγγαριοῦ, ποὺ ἀσημώνει ἀκρογιαλιές.

Μὰ δὲν μοῦ εἶπες πατέρα μου, πῶς εἶναι τὸ κακόν;
Μονάχα πὼς ἡ πρᾶξις του, κλέφτης τῆς ἀνασαιμιᾶς μου.
Κι ἔτσι δὲν πρόκαμα πατέρα μου, νὰ ἰδῶ τοὺς πρώτους λόγους,
εἶδαν τὰ μάτια μου τῆς καρδιᾶς σου τὴν αὐγὴν
καὶ ὅταν ἦλθεν δειλινόν, ἤμουν χωρὶς πνοήν…



ΥΓ: Εἰς τὸ πρόωρον ταξείδεμα τοῦ υἱοῦ μου Ἀθανασίου,
πρὸς τὸν Ἄπειρον Σύμπαντα Κόσμον…

Δεσποτάκης Τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
12-6-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Εὐλογημένον Ἀκρωτήρι







Εὐλογημένον Ἀκρωτήρι

Τί εἶναι ὁ στεναγμός τῆς γῆς,
τί εἶναι;

Χρυσότοξος μήπως ἀναδυομένη τῆς Νάδας ὁρμὴ
ἤ μήπως μυρουδιὰ ξεριζωμένη,
ἀπὸ σὲ βράχια γεννημένους νυκτανθούς;

Νὰ ᾿ναι λὲς αὐτὴ ἡ μελωδία
ποὺ τὸ πάτημά μου βγάνει,
σὰν ἀλαφραίνει ἀπάνω σὲ ξεχασμένα ἀπὸ Θεοὺς χώματα,
χώματα μιὰς μὲ ἱδρῶτες ποτισμένης πλαγιᾶς
ἤ νὰ ᾿ναι λὲς τὸ πέταγμα τοῦ γερακιοῦ,
πλάι σὲ πρωινὴ τοῦ Μάη βροχή;

Ἤ μήπως τὸ παράπονον τῆς ἀνύμφευτης ἀμμουδιᾶς,
σὰν ἀργεῖ τὸ χάδι τῆς θαλάσσης
ἀπάνω της νὰ γείρῃ,
μὲ ὅλα τῆς καλὰ νυκτωμένης σελήνης
τὰ χρώματα στεφανωμένη;

Χορὸς μὴν εἶναι τ’ ἀνέμου καὶ τῆς χλόης;
Τοῦ Ποιητοῦ μὴν εἶναι τἄχας ὄνειρος,
σὰν αὐτὸν τῆς αὐγῆς ποὺ φέρει τὸ ξύπνημα
κ’ εἶναι ἀνάκατον μὲ χρώματα ἀπὸ τὴν Σίφνον,
τὴν Ἀμοργόν, τὴν Κέρον, τὴν Θηρασιάν, τὴν Ῥήνεια
καὶ ἥλιους μέσα σὲ μυστικὰ τοῦ δάσους,
τῆς πρώτης τῆς ζωῆς ἡμέρας;

Ἤ μὴν τ’ ἀχόρταγον νὰ  ᾿ναι πάθος της,
γιὰ τοῦ Φωτὸς τὸν ἔρωτα;

Θαρρῶ πὼς εἶναι οἱ πληγές,
ἀπὸ τὰ σκόρπια εἰς τὸ κορμί της θαύματα,
θαύματα ἀπὸ μάρμαρον λιανισμένον.
Λιανισμένον ἀπὸ μίσος,
ἀπὸ ὀργὴν λιανισμένον
καὶ ἀπὸ ἔχθραν ποὺ σκότος μονάχα βγάνει…
θαρρῶ πὼς εἶναι ἀπὸ τὸ αἷμα,
αἰῶνες τώρα ποὺ στάζει ἐκειὰ
τ’ ἀκριανὸν μικρὸν ἀκρωτήρι,
ὁ ἡέλιος ὁποὺ ἐπέλεξε νὰ εὐλογήσῃ…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
5-2-2014


Συνεχίστε την ανάγνωση »