Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Μύριες ἀράδες






 Μύριες ἀράδες


Μαῦρος ἤλιος τὰ μάτια μου καίει

καὶ τὸ κορμί μου

κυνηγημένον τῆς φωτιᾶς,

φρενιασμένον σὲ ἄμμον σκοτεινὴν γυρνᾶ.


Στεῖρα τὰ δένδρα,

μὲ ξέγυμνα κλαριά,

σκιὰ πουθενὰ,

τὸ κάλλος παντοῦ,

κολασμένον·

κι  ἐσύ,

Φὼς τοῦ Ὁμήρου

εἰς τὸ χῶμα σκλαβωμένον.


Χά!

Ἕλληνα!

σὲ πλοῦτον ψεύτην,

ντροπιασμένε!

Ἕλληνα!

εἰς τοῦ Ἐφιάλτου τὴν πλάνην

παραδομένε!


Χά!

Ἕλληνα!

κῦττα με·

εἶμαι ἡ Ἱστορία!

περνοῦν ἐμπρός μου αἰῶνες μύριοι,

μὲ μύριες ἀράδες μὲ αἷμα γραμμένες,

μὲ λεύτερες θάλασσες μὲ ἀκτὲς ἀνδρειωμένες,

μὲ γῆν ἀπ’ ἀγρίους καμμένην

καὶ ὑμνοῦν σε!


Σήκω ἀπάνω Ἕλληνα!

φωνάζει σε ὁ Κάλβος κι ὁ Σικελιανός,

φωνάζει  σε ὁ Παλαμᾶς κι  ὁ Σολωμός·

ὁ Βάρναλης, ὁ Ἑλύτης,

ὁ ἄνεμος κι ὁ ποταμός!



 Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

21-12-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Καὶ κορμιὰ ντυμένα μὲ στολὲς




Καὶ κορμιὰ ντυμένα μὲ στολές


Ἤμουν ἐκεῖ νύκτες καὶ χάραμα,

τοὺς τωρινοὺς καιρούς…

ψηλὰ κυττοῦσα εἰς τ’ ἀστέρια

καὶ μέσα ἀπὸ νεφέλες

εἶδα εἰς τὰ στήθια τῆς αὐγῆς,

τὰ δυό σου Ἑλλάδα χέρια·

σφικτὰ τὸ ἕνα ἐβάσταγε,

βιασμένη τὴν Παιδείαν

καὶ τ’ ἄλλον κράταγε  ὀρθήν,

μυριοαιματωμένην Ἐλευθερίαν.


Νόστον γιὰ ἐσένα ἔνοιωσα·

 μὲ βουρκωμένην τὴν ψυχήν,

θέλησα τὰ χέρια μου ν’ ἁπλώσω…ἐμπρός,

μὰ ἦταν εἰς τὰ πόδια μου ἅλυσες

καὶ εἰς τὸν λαιμόν, ζυγός,

ἐζοῦσε ἡ Δουλεία.


Ἦταν ἡ πλάτη καθαρή,

χωρὶς μαστιγωσιές·

πιὰ μὲ κτυποῦσαν οἱ ἀρχηγοί,

μὲ νόμους καὶ κορμιά,

ντυμένα μὲ στολές.


Μήτε κυλοῦσε τὸ αἷμα μου,

τρόμον νὰ προκαλέσῃ

καὶ δίπλα χαμογελαστά,

μὲ νεκρωμένα ἀδειανὰ μυαλά,

στεκόταν τὰ παιδιά μου.

  

Σὲ μιὰ στιγμὴν ἡλιακήν,

εἶδα ξανὰ τὰ δυό σου χέρια·

τὸ  ’να  κροκόπεπλος αὐγή,

μ’ Ἑλληνικὴν Παιδείαν,

τ’  ἄλλο μ’ ἀτσάλι τρομερόν,

ἦταν ἡ Ἐλευθερία.


Ἰά!

μὲ μιὰν μονάχα ἔκοψε σπαθιά,

ἅλυσες καὶ ζυγούς μου·

ἔβγαλε ὕστερα ἀπ’ τὰ στήθια της,

παλαιῶν καιρῶν γράμματα χαμένα,

καὶ εἶπε πρὶν χαθῇ εἰς τὶς συννεφιές:

- γιὰ τὰ παιδιά σας,

μὲ ἡρώων αἷμα,

τὰ ἔχω φυλαγμένα...


            ΥΓ: « Ἑλληνικὴ Παιδεία εἰς τὰ παιδιά μας,

                      ἰσοῦται  μὲ Παγκόσμιον Ἀνθρώπινον

                  Ἐλευθερία ! »


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

20-11-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Μιὰ τῆς ζωῆς στιγμὴ

 
 
 
Μιὰ τῆς ζωῆς στιγμὴ
 


Φλεβάρης ἦταν…
παραδωμένος εἰς τῆς ζήλειας τὰ χέρια,
τὴν μιὰ κακιωμένος,
τὴν γῆ μὲ κρύον λευκὸν ἐστόλιζε
καὶ τὴν ἄλλην μὲ ψεύτην ἥλιον,
γελαστός,
γυροβολοῦσε εἰς τὶς ἀκρογυαλιές.
 
 


Χρόνους τώρα,
καθὼς σίμωνε τὸ τέλεμά του,
μέσα ἀπὸ τὰ μαβιά του ξημερώματα,
πίσω ἀπὸ τὶς πότε λιαστὲς
καὶ πότε ψυχρὰ παγωμένες ἀγριάδες του,
παραχωμένη σὲ χιονισμένον τῆς ἐλάτης σπιτικόν
καὶ ἀπὸ τ’ ἀφρούδιασμα λευκή,
τῆς γαλάζιας τῆς Κερκίνης γαλήνης.
 
 


Κάτω ἀπὸ τοῦ ἡλίου, καθισμένη,
τὰ μαγεμένα μαζύ της χρώματα
κι ἐμπρός της ὁ γυαλὸς ἀφημένος,
εἰς τῆς αὐγῆς τὴν ἀλλαφροσύνη,
καθὼς ἡ σιωπή γερὰ τὴν βαστοῦσε.
 
 


Φλεβάρης ἦταν…28…εἰς τὸ τέλεμα·
σὲ εἶδα τότες,
μιᾶς νὰ χάνεσαι εἰς τοῦ Ὁλύμπου τὶς νεφέλες
καὶ μιᾶς κραττῶντας τοῦ Φοίβου τὸ χέρι,
σὲ μακρυνὰ νὰ βυθίζεσαι τῶν Κυκλάδων γαλάζια.
Σὲ εἶδα τότες,
τὰ χρώματα μὲ κόκκινον νὰ ποτίζῃς τοῦ ξυπνημοῦ,
καὶ γύρω θλιμμένα σκορπόνησα,
νὰ ῥωτοῦν ἀναζητῶντας ἐσένα,
εἰς τὰ μολυβένια τῆς θαλάσσης νερὰ τὴν μιὰ
καὶ τὴν ἄλλην,
ῥωτῶντας τῶν ἄστρων τὶς ἀνταύγιες
εἰς τὸν ἐρωτευμένον μαζύ σου οὐρανόν.
 
 
 


Ἦταν χάραμα τοῦ τελεμοῦ·
μέσα σὲ εἶδα νὰ ἔρχεσαι,
ἀπὸ τὴν φωτισμένην τοῦ Φοίβου καρδιά,
ἁπλωμένα ἐμπρὸς τὰ χέρια σου εἶχες,
καὶ μέσα τους,
 νήπια τὴν ἄνοιξιν κραττοῦσες.
 
 

 Ἦλθες μέσα ἀπὸ τὸ τέλεμα τῆς παγωνιᾶς,
χρόνους κρυμμένον σὲ κόρφο μυστικόν,
ἐστάθης μόνον μιὰν τῆς ζωῆς στιγμήν,
ἔφερες τὰ ἱερά σου χέρια ἐμπρός μου,
καὶ φυσῶντας γλυκειὰν πνοὴ τὰ χείλη σου,
ὁδήγησαν τὴν παιδούλα ἄνοιξιν,
ν’ ἀνθίσῃ ἔρωτα εἰς τὴν ψυχήν μου.
 


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
15-11-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ξανὰ θὰ βαδίσω


Ξανὰ θὰ βαδίσω

 

- Πιᾶσε σφικτὰ τὸ χέρι μου,

ἀκριὰ νὰ βαδίσῃς τῆς κορυφογραμμῆς,

τοῦ ἄλλου ὄρους,

μιάς καὶ τὸ ἰδικόν μας,

πάει πιᾶς, τὸ ἐδώκανε…

 

- Μὰ δὲν φοβοῦμαι τὰ ὕψη,

μονάχα τὰ σκοτάδια μὲ πονᾶνε

κι εἶμαι μονάχα ποιητὴς ἀκόμα.

Νὰ ξορκίσω μὲ στίχους ζητῶ,

τοὺς ἄλλους ἀνέμους,

τοὺς θολοὺς τῶν νερῶν ἀφρούς,,

αὐτὸν τὸν γκρίζον ἥλιον.

Μὰ πιότερον θέλω λέξεις νὰ δώκω,

τὰ χείλη νὰ μουδιάσουν τοῦ ἄλλου.

 

Κι ὅταν μέσα εἰς τὸ αἷμα του στάξουν,

τόνοι, πνεύματα καὶ ῥίμες,

σὰν κραυγάσῃ τότες, εἴθε, ἡ Εὐκτική,

σὰν προστάξῃ, Ἴτε, ἡ Προστακτική,

τότες ξανὰ θὰ βαδίσω,

ἀπὸ τὶς ἀκριανὲς τοῦ Αἰγαίου εὐχές,

ἴσαμε ὁλάκερης τῆς γῆς τ’ ἀψηλά…

 

 

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

12-11-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Κλάδος Ἐλαίας καὶ Εἰρήνης






 

Κλάδος Ἐλαίας καὶ Εἰρήνης

 

Πρώτη ἡ λαμπρὴ μιᾶς πασχαλιᾶς,

τραγούδαε σὲ κλώνους πάνω, εἰρήνης καὶ ἐλιᾶς

κι ὁλοῦθε δεκατιανὸν λιοπύρι·

μιὰ στάλα ἀκόμη κι ἐξεχείλιζε,

ἀπ’ ὀμορφιάν, τὸ ῥοδαλόν της χείλι.
 

 

Ἐφίλεψεν ὁ ἥλιος τοὺς γυαλούς,

μάλαμα μ’ ὡραιάδαν

κι ὕστερις σὰν ἀπόκαμε,

τσι ἅπλωνε φεγγαράδαν.
 

 

Ἔτσι ἡ ὀμορφιὰ ἐταξίδευεν,

σὲ κάμπους, σὲ χωριά,

ποτάμια γαλαζοαίματα,

σ’ ἀπόρθητα βουνά.
 

 

Νυχτέρωνε κι ἀστέρωνες,

γύρω σου εἶδα λευκόγενες νεφέλες,

σελάνες ἀσημόχρονες,

λουσμένες ἀπ’ ἄκριον φωτὶ κι ἀπὸ παρθένες  ὧρες.
 

 

Εἶναι τὰ μάτια σου οὐρανέ,

αὐτὸς ὁ κόσμος μου, ὁ ὡραῖος·

εἶναι οἱ ἀνέμοι χάδι μου,

πελάων ἄγγιγμα, ζωῆς μοιραῖον.
 

 

Ἄκου τὸ χῶμα ὁποὺ ἀρωτᾶ,

κρίνος ἄν εἶσαι,

μὴν εἶσαι ποίημα ἀπ’ ἔρωταν ἤ ἀπὸ Ἐλευτεριά,

μὴν αἷμα ποὺ λέει ὄχι, ὄχι εἰς τὴν σκλαβιάν;
 

 

Ἄκου τὸ χῶμα, μοιρολογᾶ…

-- …κρίμας εἶναι ἡ πέννα νὰ μοσκοβολᾶ

κι ἐσὺ νὰ μὴν μυραίνῃς γύρω,

κρίμας ἡ πέννα νὰ γεννοβολᾶ

κι ἐσὺ νὰ διώχνῃς τὸν ἥλιο.
 

 

Ἄκου με λυτρωμένε Οὐρανέ

κι ἐσὺ χρυσὴ τοῦ σκότους κεφαλή,

πὼς ἔρχεται ἡ Ἄνοιξις κι ἄς εἶναι βαρυχειμωνιά,

πὼς τούτη ἡ μαύρη μπόρα θὰ βγάνῃ ἀπὸ τὴν γῆς αὐτήν,

μαχαίρι βγάνῃ ἀνέσπερον,

μαχαίρι Ἑλληνικόν!
 

 

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

9-11-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Καὶ ἐγέννησεν Ποίησιν


Καὶ ἐγέννησεν Ποίησιν


 Σιωπηλὸν πισωπλάτησε μὲ τρόμον τὸ σκότος,
ἔσειρε τὰ βήματά του δειλά,
πέρα τῆς πρώτης Φωνῆς,
πέραν τοῦ ὡραίου φωτὸς μακρυὰ
καὶ τῆς ἐγκύου φλογισμένης τῶν Ἑλλήνων γλώσσης.


 Ὁλόρθα τὰ πέλαγα, ἀγωνιοῦν,
τῆς ἀνθισμένης ἀντίκρυ στεριᾶς, καθισμένα·
τίκτει ἐμπρός τους ἡ Ἑλλάς,
πρωτόγεννον λόγον,
τῆς φύσεως καύχημα εἶναι.


 Φῶς ἐγεννήθη, πέτρας λαμπρῆς
καὶ οἱ θάλασσες φώναξαν
καὶ τὰ πέλαγα φουρτουνιασμένα, ἡμέρωσαν.
- Ἐμένα μοιάζει,
μὲ περίσσιαν χάρι
καὶ εὐφράνθησαν
καὶ γελοῦσε,
τὸ βυθισμένον τοῦ φωτὸς τὸ βασίλεμα,
πλανεμένον ἀνάμεσα εἰς τὸ ψιθύρισμα,
τῶν σὲ ὅρη γεννημένων λιμνῶν
καὶ εἰς τῶν ματιῶν τοῦ ἔρωτα,
ὡραίων φθινοπωρινῶν ποταμῶν.


 -Ἴσως γηραιὲ γαλάζιε,
ἡ χιονισμένη σου ἁρμύρα,
τὰ μάτια σου βαραίνει.
 Ἐμένα μοιάζει,
μὲ καμάρι ἐφώναξε,
πληρώνοντας μὲ χρώματα,
ἡ ἄνοιξις τὴν αὐγήν.


 Ἄνεμος παλαιός,
τοῦ Χάους καὶ τοῦ Χρόνου υἱός,
ξεγύμνωσε ἀκρόγυαλα καὶ νυμφικὲς ἀμμουδιές
καὶ ἀγκαλιάζοντας τὴν συγκινημένη βροχή,
ζωγράφισε εἰς τὰ πατήματά της.
 Ἐμένα μοιάζει,
εἶπε καὶ σιώπησεν ἡ φύσις.


 Ζωὴ εἶμαι,
ζωὴν φέρω.
Δὲν ἔχω αἷμα,
εἶμαι τὸ αἷμα.
Δὲν ἔχω ξημέρωμα,
εἶμαι τὸ ξημέρωμα.
Δὲν ἔχω μάτια,
εἶμαι τὰ μάτια.
Δὲν ἔχω χρώματα,
εἶμαι τὰ χρώματα.
Δὲν ἔχω λόγον,
εἶμαι ὁ Λόγος.


 Ἤμουν λόγος παλαιός,
κόσμημα εἰς τοῦ Φοίβου τὸ ἅρμα,
τὸ χρῶμα ἤμουν τοῦ χιονιά,
ἀπάνω σὲ ἀτρόμητες πλαγιές,
μαγεύοντας τὴν ἐλάτην καὶ τὶς καστανιές...
ἤμουν πρὶν τὸν ἔρωτα, χάδι,
ξαστεριὰ τῆς συννεφιᾶς,
σὲ κρυστάλλινα νερὰ
τριήρους βυθισμένης,
θαλάσσια ζωὴ τρυπωμένη
μέσα εἰς τὸ ξύλινον κουφάρι της ἤμουν.


 Νῆες καπετάνιζα εἰς τοῦ Ὁμήρου τὶς λέξεις,
φορτωμένες ἀνδρείαν
καὶ τιμή
καὶ λόγους ποὺ κυμάτιζαν λεύτεροι εἰς τὶς πρῶρες,
πολέμους ἔκαμνα
καὶ νίκην ἐστεφάνωνα,
φανερώθηκα σὲ βαρβάρους καὶ δάκρυσαν,
γνώρισα ἀρνησίγλωσσα ἀδέλφια
καὶ μὲ μάτωσαν,
μὲ ζήλεψε τῆς Τροίας ἡ Πανσέληνος
καὶ ἔλαμψε,
μὲ φίλεψε τοῦ κόσμου ὁ Τύραννος
καὶ ἔκλαψε,
καὶ ἦλθεν ὁ Σπαρτιάτης νεκρὸς νὰ μὲ τιμήσῃ
αἱματωμένος κι ἀνάλαφρος,
καἰ ὁ λόγος εἰς τὰ μάτια του Πάνοπλος.


 Δόξα καὶ τιμὴ ἦταν τὰ χέρια μου·
ξάπλωνα εἰς τῆς Εἰρήνης τοῦ ὕπνου τὰ δώματα
καὶ ξυπνοῦσα εἰς τὰ φρικτὰ τοῦ πολέμου τὰ ὀνόματα,
ἤμουν εἰρήνη καὶ πόλεμος καὶ χρησμὸς καὶ μήνυμα,
ἤμουν τῆς γλώσσης καὶ τῆς Σοφίας γέννημα.


 Ῥοδιοῦ τὸ χρῶμα ἔχει ἡ φύσις μου
σὰν σερνικὸν σμαράγδι
καὶ ἡ καρδιά της μαβιὰ εἶναι μέσα θάλασσα,
ὑγρὴ ζωὴ,
ταξιδεμένη καὶ γύρω εἶναι ἤλεκτρον,
γύρω της τροφή,
φῶς κεχριμπαρένιο,
τοὺς σπόρους μου θηλάζει.


 Ὅλους ἡ χαρὰ ἐγκατέλειψεν
ἦταν ὅλοι δακρυσμένοι.
 Ἐμένα μοιάζει, φώναζαν,
  ἐμένα πιότερον, ἀκόμη.


 Ὕστερα ἐσηκώθηκα καὶ ὀρθὴ ἐστάθην·
κύτταξα τὸν ἥλιον ξανὰ καὶ ξανά.
 Ὄχι, δὲν ἤμουν κόρη του
οὔτε τῆς γῆς παιδί.
 Ἀγόρι μου, ἄνεμε καλέ μου,
οὔτε παιδὶ ἰδικόν σου.
 Συγχῶρα με γλυκειὰ βροχὴ
καὶ  σὺ ἔρωτα ἀνθέ,
  καλὸν μου Αἰγαῖον ὄχι, ὄχι …
δὲν μοιάζω οὔτε ἐσένα,
 δὲν μοιάζω οὔτε σὲ πέλαγα,
οὔτε καὶ σὲ γοργόνες..
  μοιάζω ὁλίγον τῆς Σαπφοῦς
ἴσως καὶ τοῦ Ὁμήρου.
 Μὰ σίγουρα μοιάζω τῆς λαμπρῆς,
τῆς γλώσσης τῆς Ἑλληνικῆς.
 Εἶμαι ἐγὼ ὁποὺ εἰς τὰ χέρια μου,
ἔγινε ὁ Ἔρως Μέγας!
 Εἶμαι τὸ χρῶμα, τ’ ἄρωμα.
 Ἄκου με φωτιὰ
ἄνεμε κι’ οὐρανέ μου.
 Ναὶ κυττᾶξτε με, ἐγὼ εἶμαι Ὅλα!
 Ἡ πρωτότοκος εἶμαι Κόρη,
ἡ τῶν Ἑλλήνων Ποίησις εἶμαι!


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
 Ἕλλην
4-10-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »