Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Ἡ Μάχη τῆς Σοφίας





Ἡ Μάχη τῆς Σοφίας


χλὺς εὶς τῶν κορμιῶν μυρωδιὰ
καὶ ἡ στεῖρα γῆ,
χρόνους δέκα ὑπομένει τὴν φρίκην,
τρέχοντας μανιασμένα πίσω της.

Βρίθει ἀπὸ ἱδρῶτα τὸ χῶμα της,
μὰ θέλει ἡ κολασμένη τοῦ Ἕκτορος νὰ πάρῃ,
καθὼς τὸ κορμί του
ἀνθὸς τῆς ἀνδρείας εἶναι.

Γοργὸν τὸ βῆμα της,
ταχύ,
τοῦ Ἀχιλλέως τὰ ἴχνη
ἀκολουθεῖ.

Δράμα, τοῦ Ὁμήρου ἡ σκέψις
ἔρωτας ἐπισκέπτης,
εἰς τὴν μάχην ἁρματωμένος
φλερτάρει τὸ λυσσασμένον χῶμα.

πος τοῦ Ἔρωτος Μέγα,
τ’ ἀτσάλι φρουρός του,
ἡ φωτιὰ σύντροφός του
καὶ ἡ γῆ πληγωμένη.

Ζωντανεύει τὸ αἷμα,
ὀρθώνεται ἀνάμεσὰ τους,
τρίτος ἐραστής,
τοῦ χαμένου ἱδρῶτα πορθητής.

λιος καὶ ἄνεμος
στηρίζουν τὰ ξίφη,
μὲ πάθος καὶ δύναμιν
νὰ πληγώσουν τὰ μίση.

Θεοὶ θεαταὶ καὶ κριταί,
μιὰ ἀνάσα ἀπ’ τὴν τρέλλα,
ὄπου αὐτὴ ὁπλισμένη
εἶναι ἀγκαλιὰ μὲ τὸ αἷμα.

                                            Ἴριδος χρώματα γεμᾶτες οἱ ἀσπῖδες,                                                            
σὲ χέρια ζυμωμένα μὲ θάνατον,
τὰ πύρινα ξίφη μάρνανται,
τὸ ἕνα νὰ λοιώσῃ τὸ ἄλλον.

Καὶ ἔρχεται ὁ οὐρανὸς τρομερός,
μὲ βροχὴν νὰ πεισμώσῃ τὰ ὅπλα
καὶ τὸ χῶμα καλπάζοντας
ν’ ἁρπάξῃ τὸ αἷμα.

Λάμπει ὁ Ἕκτωρ ὡς Θεὸς
καὶ γύρω του ἀνταύγιες ὁδύνης,
κλαίει τὸ χῶμα καὶ ἡ βροχή,
κλαίει ἡ ἀνάσα ἡ πρωϊνή.

Μέσα ἀπὸ τὶς κραυγὲς τῆς ἀνατολῆς,
τῆς δροσιᾶς τοῦ ἡλίου καὶ τῆς αὐγῆς,
πίσω ἀπὸ τῶν κυμάτων τὴν ὀργὴν
καὶ γεῦσιν θλίψεως μὲ ἄνθη ἀρτυσμένη,

Ναὸς τοῦ Ἔρωτος, λαμπρός,
πατᾶ εἰς τὸ αἷμα, κρατερός
καὶ νά, ἁγνόν,
πίσω του τὸ χῶμα τρέχει, δειλόν.

Ξαναμμένη ἡ αὐγὴ τὸν κυττᾶ,
φοβισμένη τὸ χέρι τοῦ Φοίβου κραττᾶ
καὶ τὸ χῶμα καλπάζει γοργά,
εἰς τοῦ Ἕκτορος νὰ χαθῇ τὴν ἀγκαλιά.

ργώνει τὴν παγγαία τὸ βῆμα του
καὶ ὁ ἱδρῶτας πίσω του τοὺς κάμπους φλερτάρει·
ντροπιασμένη ἡ σκόνη, νὰ γυρίσῃ,
ἀρνεῖται τὸν ἄνεμον νὰ φιλήσῃ.

Πέφτει ὀ οὐρανὸς ἐμπρός του,
νὰ τὸν σταματήσῃ·
μὰ ὁ ναὸς τοῦ Ἔρωτος
τὸ αἷμα του θὰ χύσῃ.

έει τοῦ Ἔκτορος ὁ θυμός,
δειλιάζει ἠ τρέλλα, τὴν ἁρπάζει ὁ οὐρανός,
βαστᾶ τ’ ἀτσάλι γερὰ
καὶ τὰ μάτια του φιλοῦν τὸν ἥλιον μετά.

Σκότος καλύπτει τὸν Ἔρωτα
καὶ τῷ φῳτὶ τὰ ὅπλα μάρνανται
καὶ ὁ ναὸς Ἀχιλλεύς,
μὲ πυρκαϊὰ ἀπ’ τὰ μάτια του,

Τὴν μάχη πλημυρίζει μὲ φῶς.
Τρόμος εἰς τὰ στήθια τοῦ Ἄρεως
καὶ οἱ οὐρανοὶ ἁρπάζουν κρυφὰ
τὸ ματωμένον χῶμα νὰ σώσουν.

στερα πετὰ τ’ ἀτσαλένιον κορμί του,
εἰς τὸ ἁγνὸν περίσσιον χῶμα
καὶ τὸ χαμόγελόν του,
παγώνει τοῦ Ἕκτορος τὸν θυμόν.

Φιλᾶ τὸν ἄνεμον γύρω του
καὶ ἡ κόρη τῆς θεᾶς Ψυχῆς,
σκορπίζεται εἰς τὴν μάχην·
πόλεμος θάνατος γίνεται, ὁ Φὼς καὶ τὸ Φῶς.


Χάνεται ἡ ἄνοιξις εἰς τὸ βλέμμα του
καὶ ἡ ὁρμή του τὸν Ἕκτορα ἀγγίζει·
εἶναι τώρα ἥρως μεγάλος αὐτός.
τοῦ πῆρε τὴν πνοὴν ὁ ὡραῖος ναός.

Ψεύδεται ἡ γῆ,
δὲν βρίσκει τὸ αἷμα·
τὸ ψάχνει ἡ βροχή,
δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ χῶμα.

ραία ἐσὺ τοῦ πολέμου γαλήνη,
τῆς βίας φρικτὴ ἐρωμένη,
τοῦ ναοῦ τῶν ἀνδρῶν ἐνδεδυμένη,
εἶσαι ὁ ναὸς τοῦ νοὸς, τῆς νοήσεως ἀγαπημένη …


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
30-5-2011

24 στροφές, 24 γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου.....
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Σὲ λευκὸν καὶ θαλασσὶ




Σὲ λευκὸν καὶ θαλασσὶ

Ἔρωτας παντοῦ, οὐρανὸς γαλανός
καὶ ἡ γῆ δροσερή, μὲ ματιὰ λαμπερή,
μὲ τὸ χῶμα ἀγκαλιά, ἡ ζωὴ μιὰ σταλιά,
ἡ βροχὴ τοῦ αὐγούστου, εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ μούστου
καὶ ἡ δάφνη ὡραία, ἐμπρὸς της μοιραία,
τοῦ αἰγαίου τὰ πέλαγα, εἰς τὸν ἥλιον ἔλεγα,
πὼς τὰ κύματα φλέρταρα κι ὕστερα γέλαγα.

Γκρίζον ξημέρωμα, οὐρανοῦ τὸ ἡμέρωμα
καὶ ἡ γῆ ματωμένη, μὲ ματιὰ δακρυσμένη,
μὲ τὸ χῶμα εἰς τὰ στήθη, τὶ ζωὴ νὰ σοῦ τύχῃ,
τῆς βροχῆς τὰ χαϊδέματα, σὲ ἑορτὴν φιλέματα,
καὶ ἡ δάφνη ἀνθισμένη, λευκὴ ἐμπρός της στολισμένη,
εἰς τοῦ αἰγαίου ἐνόμισα, τὰ σκόρπια λευκόνησα,
σὲ λευκὸν καὶ θαλασσί, πὼς ὁ ἔρωτας ζεῖ.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
9-11-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Λόγος

Λόγος



Σὲ ἕνα χαμένον ξημέρωμα,
δὲν θὰ σταθοῦμε εἰς τὴν κρυάδαν ποὺ φεύγει,
μὰ εἰς τὴν νιότην
τοῦ φωτὸς ποὺ ἔρχεται…
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
10-11-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Ἐγὼ ὁ Ἄνθρωπος






Ἐγὼ ὁ ἄνθρωπος
  
Κντευε ν ξημερσ ταν κουσα τν καλπασμν.
Συνχισα τ περπτημ μου,
ναζητντας τ ξφνιασμα π τν μφνισιν το φωτεινο ελογητο.
Παντο
σκοτδι.
Μονχα γοητεα το καλπασμο ἐφανρωνε ζω
 κα ο σκψεις μου γι’ ατν.
Μ δυσκολαν τ γυμνν μου κορμ νηφριζε ες το Παρνασσο τς σιωπηλς πλαγις.
Κποια σκρπια νεμματα, εχαν τν δρμον τους χσει,
 ξεδιντροπα το νμου χαϊδματα ταν,
 πο πτες μ σκληρν παγερδα κα πτες μ θρμην καλν,
ν’ ντισταθον θελαν θαρρες ες τν πηγαιμόν μου.
βλεπα μ δν κουα· δν κουα τν στεριν τ τρεχαλητ,
 καθς λα πσω θελαν ν κρυφθον π τν ρεμη σελνη
κι στερα τν δρμον μου ν κνουν σκοτεινν.
Κπου κπου, ες τν βρχων πλον τ πτημα, ιγοσε γμνια μου
 κα πνω της, π τ μτωπν μου κυλοσαν το κοπιασμνου μου πηγαιμο ο στλες.
Κντεψα ες τ ψη ν πατσω το Παρνασσο,
 ταν ξφνου χθη πσω π νεφελωμνην τν ορανν ργν σελνη, ταν τρομαγμνα τρξαν ξωπσω της τ’ στρια,
ταν ο ψηλς το λμπου κορφς  
πσω π τς Νεφλης κρυψαν τ κορμ, τ λευκν τους λαμπρισμα,
ταν καλπασμς, μονχα γι μαν τς ζως στθη στιγμν
κα ττες, Φς!
Ττες ρχισα γλγορα ν τρχω,
 τσον πο γμνια μου, δσκολα τς δρασκελις μου κολουθοσε·
δυ κμη πατματα, κα ττες,
ν,
ψθη Παρνασσς!
Πατντας πνω του γερ  κα μ τ χρια ψηλ γαπντας τ Φς,
εδα τ’ ρχνημα το καλπασμο.
Μυριδες κα μυριδες κμη πσω τους τ’  λογα σερναν χτδες χρυσκομες
 κι πνω τους, λλην Θες Ελογητς τς γς το Παρνασσο, ζω.
μουν ρθς μπρς ες τ Φς, καθς τν γμνια μου ἐχρσωνε.
 Ττες ταν πο εδα ν γενννται χρματα.
Εδα π βρχους νθη ν ρθνονται κα πνω τους πετομενοι μνητα,
ν
κελαϊδον τν ελογημνον το θεο ρχομν.
 Ττες τν γμνιαν μου ἐτλιξαν τ’ ρματα το καλπασμο π’ τν μι
κα τς γς τ εχαριστρια μ κομιζαν π’ τν λλην.
 Κτω, τ πτημ μου  νθισμα ελογημνον κα παντο Φς
 κα χρματα κα μυρωδις κα τς γς ελογημνες φωνς.
Μ χρυσωμνην νδεδυμνος γμνιαν,
 γ νθρωπος, χαμογελοσα.
 φυγα τρχοντας,
 ν προλβω ν φρω θελα σκοτδια,
γ νθρωπος …


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
31-12-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τῆς λευτεριᾶς ὁ γιὸς



Τῆς λευτεριᾶς ὁ γιὸς


1


- Γειά σου ὠρὲ μικρέ.

Κατὰ ποῦ μωρὲ τραβᾶς μὲ φούρια,

καὶ αὐτὸν τὸν σπαζοξυλιὰ ὠρέ,

γιατὶ σὰν φυλακτὸν ὠρὲ

εἰς τὰ στήθια τὸν κρατεῖς;


- Τρεχάω καπετάνιε, τρεχάω·

νὰ προκάμω νὰ φθάσω,

εἰς τῆς μιᾶς λευτεριᾶς τὴν ἄκρην·

τρεχάω τώρα, τρεχάω.


- Στάσου ὠρέ.

Πιστόλα δὲν ἔεις,

οὔτε ἔεις μάχαιραν,

μήτε σπάθαν ἔεις πλατιάν·

κι ἐκεῖ φονικὸν θὰ γεννῇ.


 Λένε πὼς μύριοι ἀπ’ τὴν τουρκιὰ

καὶ μύριους ἔει ὁ Ἰμπραὴμ

καὶ ἄλλους μύριους,

ὁ Δράμαλης τουρκαλβανοὺς ὠρέ!

Τόσοι ὠρὲ πὼς εἶναι λένε!


- Μὴν σκιάζῃς καπετάνιε·

ἔχω τὸν σπαζοξυλιὰ

καὶ ποδάρια ἔω γερά,

ποὺ ἡ σκλάβα τούτη γῆς ἀνάθρεψεν

καὶ στήθια ἔω ἀντρειωμένα,

ἀπ’ ἀέρηδες ζυμωμένα,

σὲ ἀπροσκύνητες ἀετόμορφες ἀκροκορφάδες.

Μὰ πιότερον ἔω καπετάνιε,

κορμὶ βαπτισμένον

μὲ τῆς μάνας μου τὸ αἷμα

καὶ ἀπ’ ἀτσάλι χέρια,

ὁποὺ τ’ ἀντρείωσεν ἡ σκλαβιά.


Ἄμε τώρα, γιατὶ τρεχάω…


- Ξέρεις ὠρὲ γαλακτωμένε

πῶς τὰ σκυλιὰ λυσσοῦν;


- Φύε ἀπὸ μπρός μου,

μὴν ἀπὸ ᾿σένα,

ὁ σπαζοξυλιὰς ἀρχίσῃ·

φύε !

Νὰ ξέρῃς μόνον,

πὼς τοῦτος εὐλογημένος εἶναι.

Σὰν ἡ ψυχὴ τῆς μικρῆς μου ἀδελφῆς,

ἐντροπιασμένη ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνια της,                     

ἔφευγε ἀπὸ τὰ σκέλια της μέσα,

σφραγίζοντας τὰ πορφυρά της μάτια·

κύττα,

τὸ αἷμα της ἔει…


 Καὶ τὴν σημαδιὰν ἐτούτην βλέπεις;

Εἶναι ἀπὸ τῆς μάνας μου τὸ γάλα,

τὴν ἡμέρα ὁποὺ τὰ μαῦρα σκυλιά,

τ’ ἅρπαζαν ἀπ’ τὰ χείλη μου…


Καὶ τούτην βλέπεις τὴν χαρακιά;

Τρυπωμένος τὸ δάγκανα,

μὴν τὸ κλάμμα μου

ἀκούσῃ ἡ φωτιά…


 Φύε τώρα·

τρεχάω, τρεχάω νὰ προκάμω·

Τὸ χάραμα,

πίσω ἀπὸ τοὺς λόφους ἐτούτους,

θὰ ᾿ναι λένε καπεταναῖοι

καὶ ἄλλοι…καὶ ἄλλοι…

κι ἐγὼ καπετάνιε,

φωτιὰ θὰ γίνω,

πῦρ κολασμένον·

Μὰ καὶ τοῦτος ὁ σπαζοξυλιάς,

μοῦ ᾿πε πὼς θὰ ’ναι

σὰν τοῦ Αἴαντα τὴν ψυχήν,

μοῦ ’πε…


- Ὠρὲ μικρέ!

Τί μωρὲ Ἕλληνας εἶσαι τοῦ λόγου σου;

Πῶς μωρὲ σὲ λένε

τὰ μάτια μου ποὺ κάμνεις ὠρέ,

σὰν τῆς παιδούλας,

ἀπ’ ἔρωταν κρυφὸν ποὺ κλαίει,

τ’ αὐγούστου τὶς φεγγαρωμένες νυχτιές;


Ποιανοῦ μωρὲ εἶσαι γυιὸς ἐσύ;

Πές μου ὠρέ!

Ἐγὼ ὁ γερό Θόδωρος

δὲν ἔχω τέτοιαν φούρια ματαδεῖ!


- Σὲ γνωρίζω καπετάνιε,

μὰ τώρα τρεχάω, τρεχάω…

μά,

 ἄκου με, ἄκου με…

πατέρας μου εἶναι τὸ Αἰγαῖον χρῶμα

καὶ σπίτι μου τὸ αἷμα τῆς ἐλιᾶς·

ἡ μάνα μου εἶναι,

ξέρεις…

γι’ αὐτὴν πολεμᾶς…


Μὰ τ’ ὄνουμά μου

μὴν ἀρωτᾶς·

εἶναι γραμμένον εἰς τ’ ἀποκαΐδια

τῆς μάχης καὶ τοῦ φονικοῦ,

εἶναι τῆς πέτρας ἡ κραυγή,

ποὺ ἀκούεις εἰς τὰ Δερβενάκια,

ἡ μέθη ἀπ’ τ’ ἄρωμα εἶναι τῆς μπαρουτιᾶς

καὶ τὸ τρεχάλημα εἶναι,

τοῦ χώματος καὶ τῆς ῥεματιᾶς,

ποὺ νὰ προκάμῃ θέλει,

μὴν τοῦ σκύλου τὸ αἷμα,

τὴν ἰδικήν μου μολύνει,

τὴν θανατιά…


Καπετάνιε,

τρεχάω τώρα.,

μὰ αὔριον θὰ μάθῃς,

σὰν ἡ φωτιὰ ἀπ’ τ’ ἀτσάλι,

κάψῃ τὶς κάπες καὶ τὰ φέσια μου,

σὰν χυθοῦν τὰ πλούσια εἰς τὰ στήθια μου μαλλιὰ

καὶ ἡ γῆς σκλαβιᾶς,

κραυγάσῃ πιὰ ἀναστημένη,

Χαῖρε,

ὦ χαῖρε Ἐλευθεριά!



-Φύε ὠρέ,

τὸ λεύτερον νὰ ’ναι

τοῦ ἀνέμου μαζύ σου·

φύε…

πὼς τὰ μάτια μου,

νὰ κλαίουν κάνεις μικρέ…


- Τρεχάω καπετάνιε,

τρεχάω…


2


Ξημέρωσε…


- Ἕλληνες!

Ὠρὲ Ἕλληνες!

Ἐβρόντηξε ἡ γῆς,

ἀπὸ τοῦ Γέρου τὴν φωνή.


Νά,

ἐμπρός σας,

τὰ δόντια εἶναι τοῦ σκύλου!

Νὰ ἡ σκλαβιά,

νὰ κι ἡ λευτεριά σας!


--Θάνατος!

πάγωσε ἡ πέρα γῆς

κι  ἐτούτη ἐσιώπησεν φοβισμένη·

ὁ ἥλιος ὀρθός,

μιᾶς νὰ φύγῃ,

μιᾶς νὰ ἰδῇ,

δὲν ἤξευρε…

πόλεμον ἄρχισεν ὁ μικρός·

μιᾶς ὀρθὸς ὁ σπαζοξυλιᾶς

καὶ μιᾶς σὲ κράνα σκύλου ἀπάνου…

ἀρνεῖται ἐτούτη ἡ γῆς ἡ λεύτερη,

τὸ αἷμα τους νὰ πάρῃ

καὶ πέλαον κόκκινον,

θάλασσα ἔϊνε ματωμένη…


--Μικρὲ βάστα!

σείστηκε ἡ γῆς,

ἀπὸ τοῦ Γέρου τὸ τρεχάλημα·

πάτησε εὐθὺς κι ἐστάθη δίπλα του

καὶ τότες ἐστάθη κι ὁ Νικηταρᾶς

κι ἔκαιεν σπάθα τὴν σπάθαν,

μπαρούτι τὸν ἄνεμον ἔπνιε…

καὶ τότες,

ὁ ἥλιος ἔτρεεν,

τὸ φῶς νὰ τελειώσῃ,

μὴν τὸ ξένον αἷμα,

τὴν γῆν ἐτούτη σκεπάσῃ.


- Μὴν ἥλιε φεύγῃς,

σὲ παρακαλῶ…

ἀκόυστηκε ἀπὸ τὰ γύρω βουνά,

τῆς λευτεριᾶς τὸ θέλημα.

Μὰ αὐτὸς Θεός,

λυπήθηκε ἀγαρηνόν,

τοῦρκον, τουρκαλβανόν.


- Καπετάνιε,

ὠρὲ καπετάνιε.

Μέσα ἀπὸ σπαθιὲς καὶ φωτιά,

μέσα ἀπὸ νεκροὺς

καὶ ἀρχίνημα εὐωδιᾶς τῆς λευτεριᾶς,

πέρασε κι ἀκούστηκε,

τοῦ μικροῦ ὁ λόγος·

ἐστάθη τότες ὁ πόλεμος

καὶ ἄκουε,

καθὼς τὸ δείλι μὲ θλῖψιν ἔγειρεν,

καθὼς τὸ φῶς,

πάτημα εἶχεν ἀλλοῦ

καὶ τῆς νυχτιᾶς ἡ κρυάδα,

τὴν σκλαβιὰ κι αὐτὴ πολέμαε…


Γύρισε ὁ Νικηταρᾶς

καὶ τοῦ Μωριᾶ ὁ Γέρος

καὶ μερικὲς πέρα μόνον δρασκελιές,

ἔβλεπαν τὸν μικρόν…

γύρω του πέλαα εἶεν,

τὸ ξένον αἷμα,

ὁ μέγας μισητής του

Κι αὐτὸς ἔκλαιεν·

δὲν ἄντεξε ὁ σπαζοξυλιᾶς…

κομμένος ἔστεκε εἰς τὰ δυό.

Τὸ ’να ἦταν κομμάτι εἰς τὴν γῆν

καὶ τ’ ἄλλον,

ἔπινε τοῦ σκύλου τὸ αἷμα,

καρφωμένον εἰς τὰ μάτια του ἀνάμεσα…


- Εἶμαι ὁ Ἕλληνας Καπετάνιε

ὁ γυιὸς εἶμαι τῆς λευτεριᾶς·

ἔτσι εἶπε

καὶ ἔπεσε.

Ἦλθεν τότες ὁ ἥλιος προσκυνητὴς

καὶ ὅλοι εἰς τὸ πλάι ἔκαμαν,

καθὼς ἡ Ἑλλάδα ἔσκυψε,

νὰ πάρῃ τὸ τελευταῖον χαμόγελον,

ἀπὸ τοῦ παιδιοῦ της τὰ χείλη,

πρὶν τῶν σκυλιῶν τὸ αἷμα,

ὁρμήξῃ νὰ μολύνῃ,

τὸ χυμένον ἰδικόν του γαλάζιον…


3


Τὴν ἄκραν ἐσήμανε σιωπὴν ἡ Νίκη·

ἡ λευτεριὰ μονάχη ὀμπρός,

ὁ γυιὸς της νεκρὸς

κι ὁ σκύλος δαρμένος.


Ἔκλαιε ὁ Γέρο-Θόδωρος

κι ἡ λευτεριὰ σεμνή,

τὴν ψυχὴν ἐπῆρε τοῦ λευτερωμένου.

Ἀψηλὰ μὲ τὰ δυὸ τὴν ἐσήκωσε

τὰ γαλάζια της χέρια

καὶ φυσώντας,

 μὲ πνοὴν ἀπ’τὰ δυό της βουνά,

εἰς τὴν γῆν τὴν ὁδήγησε τῶν ἡρώων.

Εἰς τὰ χέρια ἁπαλὰ τὴν ἄφησε,

τῆς μόνης ὡραίας Ἑλλάδος.


- Ὠρὲ μικρέ!

Ῥίγησε τὸ χῶμα αὐτῆς τῆς γῆς

καὶ γύρω τὰ βράχια βαριανάσαιναν.


Συγχῶρα με,

μὰ τὸ ’γλεπα ποιὸς ἤσουν.


Νὰ ὠρὲ παλληκάρια,

κυττάετέ τον.

Καθὼς μωρὲ  ἔπεφτε,

ἀπάνου του ἦταν οἱ οὐρανοί,

ποὺ τ’ ὄνομά του ὑμνοῦσαν.


Ὁ Ἕλληνας εἶναι ὠρέ,

ὁ λευτερωμένος!


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

21-1-2012

Συνεχίστε την ανάγνωση »