Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Ὁ Λόγος εἶμαι

Ὁ Λόγος εἶμαι

-- Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ γιὰ ἐμένα μιλᾶς,
ποὺ τραγουδᾶς τὸν ἥλιον μου,
πίσω ἀπὸ τὸ θλιμμένον Αἰγαῖον μου,
 πίσω ἀπὸ τοὺς ἤχους ποὺ γεννᾶ τὸ Ἰόνιον μου;




Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ ἀγγίζεις ἀνέμους,
ποὺ τὸ χῶμα εὐλογεῖς μὲ θυμάρι
καὶ τὸ αἷμα ὑμνεῖς,
ποὺ βαθιὰ ῥιζώνει τ’ ἀνέσπερα δεντριὰ
καὶ τ’ ἀνίστορον πεῖσμα
τῆς ἀγούνατης πετριᾶς μου;

 Ποιὸς εἶσαι ἐσύ, πέ μου, ποιός,
ὁποὺ μὲ μίαν σου λέξιν ὁ σκοτεινός,
γαλάζιος γίνεται οὐρανός,
ὁποὺ ἀπὸ τοῦ κύματος τὴν ταραχὴν καὶ ἀγριάν,
γιαλὸν τῆς κύπριδος γεννᾶς καὶ ἀγκαλιάν;

 -- Ὁ Λόγος εἶμαι τοῦ Φωτός, τῆς ψιχαλιᾶς,
τοῦ ἀνεμομένου βράχου πελάου καταμεσῆς,
τῆς πρωινῆς τ’ Ὀλύμπου μυρωμένης ξυπνητιᾶς·
ὁ λευκὸς εἶμαι ἀφρὸς π’ ἀγγίζει ὁ ἐρωδιός,
ὁ πόνος τοῦ ἀνέμου εἶμαι, ποὺ σκίζει ὁ ἀετός,
ὁ ποιητὴς εἶμαι τῆς γῆς αὐτῆς, τῆς εὐμορφιᾶς,
τῆς λευτεριᾶς…

 Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
2-6-2012

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Ὁ λόγος τῆς σιωπῆς


 

 

Ὁ λόγος τῆς σιωπῆς

 

Ἦταν βραδυασμὸς

κι ὁ πνιχμὸς τοῦ καιροῦ του·

τἄχας ἡμέρα ἦταν τοῦ φωτὸς

καὶ γύρω μου μονάχα σκότος

καὶ ἀπάνω οὐρανοὶ βιασμένοι,

τρεχαλητοὶ ἦταν,

μὲ βοὲς καὶ μπόρες πνιχτές .

 

Τσικνιὰ καὶ τριγμοὶ ἡ παρηγοριά μου·

κι ὀμπρός μου,

ἀπέθαιναν τοῦ δάσους οἱ εὐμορφιές·

ἀφημένη ἡ γεννήτρα σὲ πλάνον φῶς,

τὰ μάτια της κάλυπτε ψεῦδος

κι ὁ κόσμος τους ξένος .

 

Θὰ  ’ταν τοῦ χαλασμοῦ τὴν ὥραν,

ὁποὺ ἡ γῆς χορτασμένη,

ἔφερε μιᾶς εἰς τὸ πλάι μου

καὶ μιᾶς εἰς τοῦ κόσμου τὰ μάτια τ’ ἀκριανά,

τῆς γεννήτρας τὶς ἀλήθειες .

 

Ἡ μιά,

ἀπὸ τὴν νύκτα σημαδοτή,

τῆς γῆς βύζαινε τὰ γεννήματα

καὶ σκόρπια λόγια καὶ χαμόγελα,

μοῦ προσέφερε.

 

Ἡ βλαστή,

μὲ φῶς ἀνάμεσα εἰς τὰ χέρια

καὶ μάτια ἀπὸ εἰκόνες σκιασμένα,

βαστοῦσε μὲ τὸ  ’να χέρι της φωτιὰ

καὶ τὰ χείλη της,

γῆς ἦταν καπνισμένη.

 

Ἀμίλητος ἡ τρίτη πλάι μου,

μιᾶς μὲ τὴν γνῶσιν εἶχε παιδεμόν,

μιᾶς μὲ γραφὴν δὲν εἶχε τελεμόν·

ζωὴν νεκρὴν μέσα της εἶχε

καὶ βίαν·

ἀγέννητον ἦταν χῶμα

καὶ σιωπή!

 

Μονάχα τούτης τῆς στιγμῆς,

ἐγὼ ἤμουν ἡ ἕνωσις·

ὁ λόγος τῆς σιωπῆς .

 

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

6-1-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Χόρεψε Λύκε


Χόρεψε Λύκε



Ἰδοῦ ἡ γῆς μ’ ἀσημένιο φωτί,

καὶ μύρια τῶν κόσμων ἀστέρια

ἡ μόνη φωνή.


Ἰδοῦ ὁ ἥλιος κι  ἡ φωτιὰ σκοτεινή,

θλῖψιν κρύβει

καὶ ἔρωτα προικισμένον μὲ ἀθάνατες κόκκινες σκέψεις.


Ἰδοῦ τοῦ λύκου ἡ κραυγή,

τὸ σερνικόν τοῦ κορμιοῦ μου τραγούδι

κι ἡ νύκτα ποὺ εἰς τὰ στήθια σου στέκει λαμπρή.


Χόρεψε Λύκε!

Ἄσε τὴν βία τῶν χειλιῶν σου,

τὴν ἀσπριά σου μὲ κόκκινον νὰ ὑμνήσῃ.


Δῶς μου γυναῖκα ἔρωτα,

αἷμα νὰ πιῶ ἀμόλυντο

ἀπ’ ἀνάξια πλάσματα τῆς αὐγῆς .


Ἰδοῦ ὁ λευκός σου νυμφῶνας,

ὁ χορὸς τοὺ ἀνδρισμοῦ

καὶ τοῦ στήθους σου ὁ ἰδρῶτας.


Ἴδοῦ ἡ ἕνωσις τῆς ἄλλης ζωῆς

ἡ βία τοῦ φαλλοῦ

καὶ τὸ αἷμα ποὺ ζεῖ τὴν ἡδονήν.


Χόρεψε ἐπάνω μου γυναῖκα,

νὰ προκάμω νὰ σὲ πιῶ,

σὰν τὴν δροσιά ποὺ στάζει ἡ Σελήνη.


 Μὰ θυμίσου σὰν μοῦ φιλᾶς τὰ χείλη,

δυὸ στάλες τὰ στήθια σου κόκκινη νὰ στάζουν ζωήν,
κάθε αἰῶνα ποὺ τὸ φῶς μὲ κοιμίζει.


Θὰ ‘ναι κραυγή ὁ ξυπνημός,

κι ὅλου θὰ ψάχνω τὰ σκότη τῶν κόσμων,

Ἐσένα γυναῖκα μὲ τ’ ἄσπριον εἰς τὰ χείλη αἷμα.


Ἀπὸ ἔρωταν σὲ αἰώνιαν γῆς,

ἀπ’ ἀλαφιασμένον χῶμα μ’ ἄρωμα βροχῆς,

τὸ κορμί σου θὰ μυρίσω.


Θὰ νικήσω τὸ βίαιον φῶς,

καὶ λουσμένος τὰ πορφυρὰ  τῆς Σελήνης

γυναῖκα τῶν ἀνέμων της, γιὰ Ἐσένα θὰ γυρίσω.




Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
15-12-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Χαμένον ξόρκι ποιητὴ

Χαμένον ξόρκι ποιητὴ


Θέλεις νὰ γράψῃς,
νὰ ζητήσῃς μὲ θέλω σεμνόν,
ἀπὸ τὴν γλῶσσα της πρέπει·
νὰ πλανευτῇς εἰς τοῦ Αἰγαίου τὶς ἀκτές,
νὰ γευθῇς τὰ μπλὲ καὶ τὰ λευκά
καὶ τῶν γερασμένων ἀνύμφευτων φάρων,
τὴν ξασπρισμένην λιαστήν τους πέτρα.


Θέλεις νὰ μιλήσῃς,
μὰ πρέπει τὰ χείλη σου
ἀπὸ τὸν ἥλιον τῆς Δήλου νὰ φιληθοῦν·
νὰ θέλουν οἱ μοῦσες
νὰ σ’ ἐρωτευθοῦν.


Θέλεις νὰ ἰδῇς,
παντοῦ εἶναι Ἑλλάδα ὀ κόσμος
καὶ ἡ γλῶσσα της ἐκεῖ
κι ὁποῦ δὲν εἶναι;
εἶναι ἡ σκοτεινιά....
ὦ γραῖα,
ἀμορφωσιά..


Θέλεις ν’ ἀγγίξῃς,
τὰ χέρια σου ν’ ἀνδρωθοῦν,
μὲ ἥλιον καὶ πέλαγα·
ἀπ’ τὴν ἀνέμην τὰ δίχτυα νὰ πάρουν
κι ἐπάνω τους,
ἁρμύρα καὶ δύναμις νὰ 'ναι.

 Ἄκου...
μιλᾶ τὸ κῦμα Ἑλληνικά
καὶ ὁ Φλοῖσβος …καὶ ἡ ἄμμος·
ὦ,
ἄκου τραγούδι ὁ ἄνεμος,
μὲ πνεύματα καὶ τόνους.


Θέλεις τὸν Ἔρωτα νὰ βρῇς,
χαμένον ξόρκι τῶν θεῶν·
τὸ εἶδα νὰ γέρνῃ ἀπὸ τὸ ἔψιλον ὑψηλά
καὶ τὸ ῥὸ νὰ τὸ κρύβῃ
κι ἔπειτας,
μαγεύτρα γλῶσσα,
τὸ ὠμέγα ἐστάθη ἐμπρός
τοῦ Ἔρωτος νὰ ᾿ναι φρουρός
κι ὁποῦ δὲν εἶναι;
δὲν εἶναι μπλὲ μήτες λευκόν.


Ἐεε! Ποιητή ...
ἄκουσέ με ποιητή...
ὁ Ἔρωτας ζεῖ,
ξέσειρεν ὁ ἄνεμος σὲ ἀκτὴν μορφωμένην
τὸ μαγικὸν χαμένον ξόρκι
καὶ πρὶν τὰ χάδια του τὸ σβήσουν,
τὸ  'κλεψα.
Εἶναι δικό σου ποιητή,
ἄμε εἰς τὶς ἀμόρφωτες ἀκτὲς
καὶ σὲ ἀνέραστα πρωτοβρόχια
κι ὕστερα ἀνέβα εἰς τοῦ κλέπτη τὸ μέγαρον
καὶ φώναξε πρὸς τὸν ἥλιον κυττώντας,
Φωνὴν Ἑλληνίδαν …

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
28-7-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Εὐχαριστήριον.


 
Καὶ ἐγέννησεν Ποίησιν.
 
Μεγάλη Τιμὴ γιὰ τὸ βιβλίον μου,
νὰ ἀναρτηθῇ ἀπὸ τὸ περιοδικὸν ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ,
http://www.e-typos.com/content/entheta_pdf/26stone.pdf
εἰς τὴν «Βιβλιοθήκην» του
καὶ εὶς τὸν χῶρον,
«Ἡ Γωνιὰ τοῦ Ψαγμένου».
Τεῦχος 103, 26-10-2012 τοῦ Ἐλευθέρου Τύπου.
Εὐχαριστῶ τὴν δημοσιογράφον Δέσποινα Δημότση
καὶ τοὺς συντελεστές του,
γιὰ τὴν ὡραίαν αὐτήν, εὐχάριστον ἐκπληξιν!
 
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην.


Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Θυμᾶσαι...; μοῦ εἶχες πεῖ...


Θυμᾶσαι...; μοῦ εἶχες πεῖ....


Σοῦ μιλοῦσα σιγὰ, ψιθυριστὰ σχεδόν,
προσπαθῶντας νὰ δώσω ἀγάπη εἰς τὰ χρώματα τῆς φωνῆς μου...
θυμᾶσαι...;
 
 
 Μοῦ εἶχες πεῖ πὼς ἡ ἀγάπη ὑπάρχει εἰς τὸ χρῶμα μου,
διότι ὅταν ὁμιλῶ γιὰ γαλάζιον, δακρύζω...
θυμᾶσαι...;
 

 Μοῦ εἶχες πεῖ πὼς ἤμουν ἀγαπημένος τοῦ Φίλου Ἡλίου Φωτός,
διότι τὸν ἀποκαλῶ Ξανθὸν καὶ δακρύζω...
θυμᾶσαι...;
 

 Μοῦ εἶχες πεῖ πὼς ὅταν ὁμιλῶ διὰ τοῦ γαλάζιου τὴν Κόρη
θεὰν Φωνὴν Ἑλληνίδαν,
σκληραίνει τὸ πρόσωπόν μου,
ἀτσαλένιον γίνεται μὲ τῆς Φωτιᾶς ἀνταύγιες γύρω του
 καὶ δακρύζω...
θυμᾶσαι...;
 

 Μοῦ εἶχες πεῖ πὼς ζήλεψες τ' ἀτσάλι τῶν ματιῶν μου
 καὶ πὼς αὐτὸ θὰ μὲ ὁδηγοῦσε νὰ γίνω τὸ χάδι τῆς σιωπῆς,
ποὺ κρύβει μέσα εἰς τὴν παγερήν του κάμαρα.
 Κι  ἐγὼ ἀδέλφι μὲ τὸ δάκρυ μου τὸ 'κανα...
θυμᾶσαι...;
 

 Μοῦ εἶχες πεῖ πὼς ἡ τόλμη τοῦ Λόγου μου,
ἐρωμένη τῆς μοναξιᾶς θὰ γίνῃ,
γεμάτη Φεγγάρια μοναχικά καὶ παραβάτες τοῦ σύμπαντος πλανῆτες...
θυμᾶσαι...;
 

 Πάντα, μοῦ εἶχες πεῖ,
νὰ προσέχω τὴν κόψιν,
τῶν ματιῶν τὴν ἀστερόσκονην,
τῆς Φωτιᾶς τὸ φλερτάρισμα,
τοῦ χαδιοῦ τὸν πόνο,
 μὰ πιότερο μοῦ ΄πες...
θυμᾶσαι...;
σὰν τὰ φτερὰ μου ἀνοίξω καὶ πετάξω,
δὲν θὰ 'χω ταῖρι...
 Διότι ἡ Ἁρμονία κινεῖται ἐλεύθερα,
 ἐκεῖ ὁποὺ μονάχα τὸ Λέχος τοῦ Λόγου θὰ εἶναι,
 διὰ νὰ ξαποστάσουν οἱ Ἐλευθερες σκέψεις μου...
 διότι ὀ Ἐλεύθερος δὲν ἐπιστρέφει ποτέ...

 Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
5-11-2010
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Ἐσύ, ἡ Εὐλογημένη


Ἐσύ, ἡ Εὐλογημένη

 

Τοῦ εἰκοστοῦ τοῦ πρώτου Ἐσύ,

ἡ Εὐλογημένη εἶσαι, τοῦ Αἰῶνος.
 

 

Ὁ Διόνυσος τὰ χείλη σου,

σὲ ζύμωνε ἡ φωτιὰ ἐψές,

εἰς τὰ χέρια πηλὸν ἐβαστοῦσες,

πηλὸν ἐφιλοῦσες,

Ἐσύ,

ἡ Εὐλογημένη εἶσαι, τοῦ Αἰῶνος.
 

 

Μὲ πράσινον ἡ παγγαία καὶ πορτοκαλόχρουν

καὶ ῥίγανης ἄρωμα λευκόν,

ἀπὸ τὶς κορφὰδες τῆς Οἴτης φερμένη,

ὕμνησε τῆς φλογὸς τὸν χορόν,

εἰς τὸ μισάνοιγμα σὰν ἔκαμε,

τὸ γέλιον ἀπ’ τὶς χάντρες τῶν ματιῶν σου…

Ἐσύ,

ἡ Εὐλογημένη εἶσαι, τοῦ Αἰῶνος.
 

 

Σὲ χρόνους,

ἀνέραστα τὰ πέλαγα ζοῦν

κι εἶναι ἡ βοή τους μονάχα κλαυθμός.

Τὶ κι ἄν τὸν ἥλιον παρθένον γεννοῦν;

Σὲ χρόνους καὶ κόσμους οἱ ἀφροί τους Έσένα ζητοῦν,

Ἐσένα ὑμνοῦν,

Ἐσύ,

ἡ Εὐλογημένη εἶσαι, τοῦ Αἰῶνος.


 

Ἐκειὰ ἄκουσα τὴν φωνὴν μιᾶς ζωῆς,

πρώτη εἰς τὴν γέννησιν καὶ τοῦ θανάτου πρώτη.

Πρῶτον ξημέρωμα μιᾶς πνοῆς,

μαγευτικοῦ δειλινοῦ βύθισμα τὸ πρῶτον.
Πρῶτον ὁ ἔρωτας φῶς,

φιλὶ σὲ φιλὶ τὸ πρῶτον

Ἐκειὰ ἐστάθη ἡ γῆς,

ἀντίκρυ ὀρθὴ τοῦ ὀνείρου ἡλίου

κι ὁλάκερον τὸν ὕμνον ἄκουε τὸ Πᾶν…

Ἐσύ, εἶπε,

Ἐσύ,
ἡ Εὐλογημένη εἶσαι, τοῦ Αἰῶνος.
 

 

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

24-11-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Ἔρως







Ἔρως

 

Μέσα σὲ ἕνα σύνολον κατασκευασμένων ἀνθρώπων,

ξεχωρίζεις,

συναντᾶς κάποιον

καὶ ἡ μυρουδιά του ζευγαρώνει μὲ τὴν ἰδικήν σου…

Ξυπνᾶς ἕνα πρωινὸν

καὶ συνειδητοποιεῖς πὼς οἱ μυρουδιὲς

ἔγιναν ἀνοιξιάτικες

καὶ μαζύ,

ἑνωμένες προχωροῦν,

ἕως ὅτου ἡ ζωὴ ἀποφασίσῃ νὰ ἀπορροφήσῃ,

τὸ ἄρωμα – χάρισμά τους…

 

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

23-2-2006
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Μύριες ἀράδες






 Μύριες ἀράδες


Μαῦρος ἤλιος τὰ μάτια μου καίει

καὶ τὸ κορμί μου

κυνηγημένον τῆς φωτιᾶς,

φρενιασμένον σὲ ἄμμον σκοτεινὴν γυρνᾶ.


Στεῖρα τὰ δένδρα,

μὲ ξέγυμνα κλαριά,

σκιὰ πουθενὰ,

τὸ κάλλος παντοῦ,

κολασμένον·

κι  ἐσύ,

Φὼς τοῦ Ὁμήρου

εἰς τὸ χῶμα σκλαβωμένον.


Χά!

Ἕλληνα!

σὲ πλοῦτον ψεύτην,

ντροπιασμένε!

Ἕλληνα!

εἰς τοῦ Ἐφιάλτου τὴν πλάνην

παραδομένε!


Χά!

Ἕλληνα!

κῦττα με·

εἶμαι ἡ Ἱστορία!

περνοῦν ἐμπρός μου αἰῶνες μύριοι,

μὲ μύριες ἀράδες μὲ αἷμα γραμμένες,

μὲ λεύτερες θάλασσες μὲ ἀκτὲς ἀνδρειωμένες,

μὲ γῆν ἀπ’ ἀγρίους καμμένην

καὶ ὑμνοῦν σε!


Σήκω ἀπάνω Ἕλληνα!

φωνάζει σε ὁ Κάλβος κι ὁ Σικελιανός,

φωνάζει  σε ὁ Παλαμᾶς κι  ὁ Σολωμός·

ὁ Βάρναλης, ὁ Ἑλύτης,

ὁ ἄνεμος κι ὁ ποταμός!



 Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

21-12-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Καὶ κορμιὰ ντυμένα μὲ στολὲς

 
 

Καὶ κορμιὰ ντυμένα μὲ στολές

 

Ἤμουν ἐκεῖ νύκτες καὶ χάραμα,

τοὺς τωρινοὺς καιρούς…

ψηλὰ κυττοῦσα εἰς τ’ ἀστέρια

καὶ μέσα ἀπὸ νεφέλες

εἶδα εἰς τὰ στήθια τῆς αὐγῆς,

τὰ δυό σου Ἑλλάδα χέρια·

σφικτὰ τὸ ἕνα βάσταγε,

βιασμένη τὴν Παιδείαν

καὶ τ’ ἄλλον κράταγε  ὀρθήν,

μυριοαιματωμένην Ἐλευθερίαν!

 

Νόστον γιὰ ἐσένα ἔνοιωσα·

 μὲ βουρκωμένην τὴν ψυχήν,

θέλησα τὰ χέρια μου ν’ ἁπλώσω…ἐμπρός,

μὰ ἦταν εἰς τὰ πόδια μου ἅλυσες

καὶ εἰς τὸν λαιμόν, ζυγός,

ἐζοῦσε ἡ Δουλεία!

 

Ἦταν ἡ πλάτη καθαρή,

χωρὶς μαστιγωσιές·

πιὰ μὲ κτυποῦσαν οἱ ἀρχηγοί,

μὲ νόμους καὶ κορμιά,

ντυμένα μὲ στολές!

 

Μήτε κυλοῦσε τὸ αἷμα μου,

τρόμον νὰ προκαλέσῃ

καὶ δίπλα χαμογελαστά,

μὲ νεκρωμένα ἀδειανὰ μυαλά,

στεκόταν τὰ παιδιά μου!

 

 

Σὲ μιὰ στιγμὴν ἡλιακήν,

εἶδα ξανὰ τὰ δυό σου χέρια·

τὸ  ’να  κροκόπεπλος αὐγή,

μ’ Ἑλληνικὴν Παιδείαν,

τ’  ἄλλο μ’ ἀτσάλι τρομερόν,

ἦταν ἡ Ἐλευθερία!

 

Ἰά!

μὲ μιὰν μονάχα ἔκοψε σπαθιά,

ἅλυσες καὶ ζυγούς μου·

ἔβγαλε ὕστερα ἀπ’ τὰ στήθια της,

παλαιῶν καιρῶν γράμματα χαμένα,

καὶ εἶπε πρὶν χαθῇ εἰς τὶς συννεφιές:

-- γιὰ τὰ παιδιά σας,

μὲ ἡρώων αἷμα,

τὰ ἔχω φυλαγμένα!

 

            ΥΓ: « Ἑλληνικὴ Παιδεία εἰς τὰ παιδιά μας,

                      ἰσοῦται  μὲ Παγκόσμιον Ἀνθρώπινον

                  Ἐλευθερία ! »

 

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

20-11-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Μιὰ τῆς ζωῆς στιγμὴ

 
 
 
Μιὰ τῆς ζωῆς στιγμὴ
 


Φλεβάρης ἦταν…
παραδωμένος εἰς τῆς ζήλειας τὰ χέρια,
τὴν μιὰ κακιωμένος,
τὴν γῆ μὲ κρύον λευκὸν ἐστόλιζε
καὶ τὴν ἄλλην μὲ ψεύτην ἥλιον,
γελαστός,
γυροβολοῦσε εἰς τὶς ἀκρογυαλιές.
 
 


Χρόνους τώρα,
καθὼς σίμωνε τὸ τέλεμά του,
μέσα ἀπὸ τὰ μαβιά του ξημερώματα,
πίσω ἀπὸ τὶς πότε λιαστὲς
καὶ πότε ψυχρὰ παγωμένες ἀγριάδες του,
παραχωμένη σὲ χιονισμένον τῆς ἐλάτης σπιτικόν
καὶ ἀπὸ τ’ ἀφρούδιασμα λευκή,
τῆς γαλάζιας τῆς Κερκίνης γαλήνης.
 
 


Κάτω ἀπὸ τοῦ ἡλίου, καθισμένη,
τὰ μαγεμένα μαζύ της χρώματα
κι ἐμπρός της ὁ γυαλὸς ἀφημένος,
εἰς τῆς αὐγῆς τὴν ἀλλαφροσύνη,
καθὼς ἡ σιωπή γερὰ τὴν βαστοῦσε.
 
 


Φλεβάρης ἦταν…28…εἰς τὸ τέλεμα·
σὲ εἶδα τότες,
μιᾶς νὰ χάνεσαι εἰς τοῦ Ὁλύμπου τὶς νεφέλες
καὶ μιᾶς κραττῶντας τοῦ Φοίβου τὸ χέρι,
σὲ μακρυνὰ νὰ βυθίζεσαι τῶν Κυκλάδων γαλάζια.
Σὲ εἶδα τότες,
τὰ χρώματα μὲ κόκκινον νὰ ποτίζῃς τοῦ ξυπνημοῦ,
καὶ γύρω θλιμμένα σκορπόνησα,
νὰ ῥωτοῦν ἀναζητῶντας ἐσένα,
εἰς τὰ μολυβένια τῆς θαλάσσης νερὰ τὴν μιὰ
καὶ τὴν ἄλλην,
ῥωτῶντας τῶν ἄστρων τὶς ἀνταύγιες
εἰς τὸν ἐρωτευμένον μαζύ σου οὐρανόν.
 
 
 


Ἦταν χάραμα τοῦ τελεμοῦ·
μέσα σὲ εἶδα νὰ ἔρχεσαι,
ἀπὸ τὴν φωτισμένην τοῦ Φοίβου καρδιά,
ἁπλωμένα ἐμπρὸς τὰ χέρια σου εἶχες,
καὶ μέσα τους,
 νήπια τὴν ἄνοιξιν κραττοῦσες.
 
 

 Ἦλθες μέσα ἀπὸ τὸ τέλεμα τῆς παγωνιᾶς,
χρόνους κρυμμένον σὲ κόρφο μυστικόν,
ἐστάθης μόνον μιὰν τῆς ζωῆς στιγμήν,
ἔφερες τὰ ἱερά σου χέρια ἐμπρός μου,
καὶ φυσῶντας γλυκειὰν πνοὴ τὰ χείλη σου,
ὁδήγησαν τὴν παιδούλα ἄνοιξιν,
ν’ ἀνθίσῃ ἔρωτα εἰς τὴν ψυχήν μου.
 


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
15-11-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ξανὰ θὰ βαδίσω


Ξανὰ θὰ βαδίσω

 

- Πιᾶσε σφικτὰ τὸ χέρι μου,

ἀκριὰ νὰ βαδίσῃς τῆς κορυφογραμμῆς,

τοῦ ἄλλου ὄρους,

μιάς καὶ τὸ ἰδικόν μας,

πάει πιᾶς, τὸ ἐδώκανε…

 

- Μὰ δὲν φοβοῦμαι τὰ ὕψη,

μονάχα τὰ σκοτάδια μὲ πονᾶνε

κι εἶμαι μονάχα ποιητὴς ἀκόμα.

Νὰ ξορκίσω μὲ στίχους ζητῶ,

τοὺς ἄλλους ἀνέμους,

τοὺς θολοὺς τῶν νερῶν ἀφρούς,,

αὐτὸν τὸν γκρίζον ἥλιον.

Μὰ πιότερον θέλω λέξεις νὰ δώκω,

τὰ χείλη νὰ μουδιάσουν τοῦ ἄλλου.

 

Κι ὅταν μέσα εἰς τὸ αἷμα του στάξουν,

τόνοι, πνεύματα καὶ ῥίμες,

σὰν κραυγάσῃ τότες, εἴθε, ἡ Εὐκτική,

σὰν προστάξῃ, Ἴτε, ἡ Προστακτική,

τότες ξανὰ θὰ βαδίσω,

ἀπὸ τὶς ἀκριανὲς τοῦ Αἰγαίου εὐχές,

ἴσαμε ὁλάκερης τῆς γῆς τ’ ἀψηλά…

 

 

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

12-11-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Κλάδος Ἐλαίας καὶ Εἰρήνης






 

Κλάδος Ἐλαίας καὶ Εἰρήνης

 

Πρώτη ἡ λαμπρὴ μιᾶς πασχαλιᾶς,

τραγούδαε σὲ κλώνους πάνω, εἰρήνης καὶ ἐλιᾶς

κι ὁλοῦθε δεκατιανὸν λιοπύρι·

μιὰ στάλα ἀκόμη κι ἐξεχείλιζε,

ἀπ’ ὀμορφιάν, τὸ ῥοδαλόν της χείλι.
 

 

Ἐφίλεψεν ὁ ἥλιος τοὺς γυαλούς,

μάλαμα μ’ ὡραιάδαν

κι ὕστερις σὰν ἀπόκαμε,

τσι ἅπλωνε φεγγαράδαν.
 

 

Ἔτσι ἡ ὀμορφιὰ ἐταξίδευεν,

σὲ κάμπους, σὲ χωριά,

ποτάμια γαλαζοαίματα,

σ’ ἀπόρθητα βουνά.
 

 

Νυχτέρωνε κι ἀστέρωνες,

γύρω σου εἶδα λευκόγενες νεφέλες,

σελάνες ἀσημόχρονες,

λουσμένες ἀπ’ ἄκριον φωτὶ κι ἀπὸ παρθένες  ὧρες.
 

 

Εἶναι τὰ μάτια σου οὐρανέ,

αὐτὸς ὁ κόσμος μου, ὁ ὡραῖος·

εἶναι οἱ ἀνέμοι χάδι μου,

πελάων ἄγγιγμα, ζωῆς μοιραῖον.
 

 

Ἄκου τὸ χῶμα ὁποὺ ἀρωτᾶ,

κρίνος ἄν εἶσαι,

μὴν εἶσαι ποίημα ἀπ’ ἔρωταν ἤ ἀπὸ Ἐλευτεριά,

μὴν αἷμα ποὺ λέει ὄχι, ὄχι εἰς τὴν σκλαβιάν;
 

 

Ἄκου τὸ χῶμα, μοιρολογᾶ…

-- …κρίμας εἶναι ἡ πέννα νὰ μοσκοβολᾶ

κι ἐσὺ νὰ μὴν μυραίνῃς γύρω,

κρίμας ἡ πέννα νὰ γεννοβολᾶ

κι ἐσὺ νὰ διώχνῃς τὸν ἥλιο.
 

 

Ἄκου με λυτρωμένε Οὐρανέ

κι ἐσὺ χρυσὴ τοῦ σκότους κεφαλή,

πὼς ἔρχεται ἡ Ἄνοιξις κι ἄς εἶναι βαρυχειμωνιά,

πὼς τούτη ἡ μαύρη μπόρα θὰ βγάνῃ ἀπὸ τὴν γῆς αὐτήν,

μαχαίρι βγάνῃ ἀνέσπερον,

μαχαίρι Ἑλληνικόν!
 

 

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

9-11-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Καὶ ἐγέννησεν Ποίησιν


Καὶ ἐγέννησεν Ποίησιν


 Σιωπηλὸν πισωπλάτησε μὲ τρόμον τὸ σκότος,
ἔσειρε τὰ βήματά του δειλά,
πέρα τῆς πρώτης Φωνῆς,
πέραν τοῦ ὡραίου φωτὸς μακρυὰ
καὶ τῆς ἐγκύου φλογισμένης τῶν Ἑλλήνων γλώσσης.


 Ὁλόρθα τὰ πέλαγα, ἀγωνιοῦν,
τῆς ἀνθισμένης ἀντίκρυ στεριᾶς, καθισμένα·
τίκτει ἐμπρός τους ἡ Ἑλλάς,
πρωτόγεννον λόγον,
τῆς φύσεως καύχημα εἶναι.


 Φῶς ἐγεννήθη, πέτρας λαμπρῆς
καὶ οἱ θάλασσες φώναξαν
καὶ τὰ πέλαγα φουρτουνιασμένα, ἡμέρωσαν.
- Ἐμένα μοιάζει,
μὲ περίσσιαν χάρι
καὶ εὐφράνθησαν
καὶ γελοῦσε,
τὸ βυθισμένον τοῦ φωτὸς τὸ βασίλεμα,
πλανεμένον ἀνάμεσα εἰς τὸ ψιθύρισμα,
τῶν σὲ ὅρη γεννημένων λιμνῶν
καὶ εἰς τῶν ματιῶν τοῦ ἔρωτα,
ὡραίων φθινοπωρινῶν ποταμῶν.


 -Ἴσως γηραιὲ γαλάζιε,
ἡ χιονισμένη σου ἁρμύρα,
τὰ μάτια σου βαραίνει.
 Ἐμένα μοιάζει,
μὲ καμάρι ἐφώναξε,
πληρώνοντας μὲ χρώματα,
ἡ ἄνοιξις τὴν αὐγήν.


 Ἄνεμος παλαιός,
τοῦ Χάους καὶ τοῦ Χρόνου υἱός,
ξεγύμνωσε ἀκρόγυαλα καὶ νυμφικὲς ἀμμουδιές
καὶ ἀγκαλιάζοντας τὴν συγκινημένη βροχή,
ζωγράφισε εἰς τὰ πατήματά της.
 Ἐμένα μοιάζει,
εἶπε καὶ σιώπησεν ἡ φύσις.


 Ζωὴ εἶμαι,
ζωὴν φέρω.
Δὲν ἔχω αἷμα,
εἶμαι τὸ αἷμα.
Δὲν ἔχω ξημέρωμα,
εἶμαι τὸ ξημέρωμα.
Δὲν ἔχω μάτια,
εἶμαι τὰ μάτια.
Δὲν ἔχω χρώματα,
εἶμαι τὰ χρώματα.
Δὲν ἔχω λόγον,
εἶμαι ὁ Λόγος.


 Ἤμουν λόγος παλαιός,
κόσμημα εἰς τοῦ Φοίβου τὸ ἅρμα,
τὸ χρῶμα ἤμουν τοῦ χιονιά,
ἀπάνω σὲ ἀτρόμητες πλαγιές,
μαγεύοντας τὴν ἐλάτην καὶ τὶς καστανιές...
ἤμουν πρὶν τὸν ἔρωτα, χάδι,
ξαστεριὰ τῆς συννεφιᾶς,
σὲ κρυστάλλινα νερὰ
τριήρους βυθισμένης,
θαλάσσια ζωὴ τρυπωμένη
μέσα εἰς τὸ ξύλινον κουφάρι της ἤμουν.


 Νῆες καπετάνιζα εἰς τοῦ Ὁμήρου τὶς λέξεις,
φορτωμένες ἀνδρείαν
καὶ τιμή
καὶ λόγους ποὺ κυμάτιζαν λεύτεροι εἰς τὶς πρῶρες,
πολέμους ἔκαμνα
καὶ νίκην ἐστεφάνωνα,
φανερώθηκα σὲ βαρβάρους καὶ δάκρυσαν,
γνώρισα ἀρνησίγλωσσα ἀδέλφια
καὶ μὲ μάτωσαν,
μὲ ζήλεψε τῆς Τροίας ἡ Πανσέληνος
καὶ ἔλαμψε,
μὲ φίλεψε τοῦ κόσμου ὁ Τύραννος
καὶ ἔκλαψε,
καὶ ἦλθεν ὁ Σπαρτιάτης νεκρὸς νὰ μὲ τιμήσῃ
αἱματωμένος κι ἀνάλαφρος,
καἰ ὁ λόγος εἰς τὰ μάτια του Πάνοπλος.


 Δόξα καὶ τιμὴ ἦταν τὰ χέρια μου·
ξάπλωνα εἰς τῆς Εἰρήνης τοῦ ὕπνου τὰ δώματα
καὶ ξυπνοῦσα εἰς τὰ φρικτὰ τοῦ πολέμου τὰ ὀνόματα,
ἤμουν εἰρήνη καὶ πόλεμος καὶ χρησμὸς καὶ μήνυμα,
ἤμουν τῆς γλώσσης καὶ τῆς Σοφίας γέννημα.


 Ῥοδιοῦ τὸ χρῶμα ἔχει ἡ φύσις μου
σὰν σερνικὸν σμαράγδι
καὶ ἡ καρδιά της μαβιὰ εἶναι μέσα θάλασσα,
ὑγρὴ ζωὴ,
ταξιδεμένη καὶ γύρω εἶναι ἤλεκτρον,
γύρω της τροφή,
φῶς κεχριμπαρένιο,
τοὺς σπόρους μου θηλάζει.


 Ὅλους ἡ χαρὰ ἐγκατέλειψεν
ἦταν ὅλοι δακρυσμένοι.
 Ἐμένα μοιάζει, φώναζαν,
  ἐμένα πιότερον, ἀκόμη.


 Ὕστερα ἐσηκώθηκα καὶ ὀρθὴ ἐστάθην·
κύτταξα τὸν ἥλιον ξανὰ καὶ ξανά.
 Ὄχι, δὲν ἤμουν κόρη του
οὔτε τῆς γῆς παιδί.
 Ἀγόρι μου, ἄνεμε καλέ μου,
οὔτε παιδὶ ἰδικόν σου.
 Συγχῶρα με γλυκειὰ βροχὴ
καὶ  σὺ ἔρωτα ἀνθέ,
  καλὸν μου Αἰγαῖον ὄχι, ὄχι …
δὲν μοιάζω οὔτε ἐσένα,
 δὲν μοιάζω οὔτε σὲ πέλαγα,
οὔτε καὶ σὲ γοργόνες..
  μοιάζω ὁλίγον τῆς Σαπφοῦς
ἴσως καὶ τοῦ Ὁμήρου.
 Μὰ σίγουρα μοιάζω τῆς λαμπρῆς,
τῆς γλώσσης τῆς Ἑλληνικῆς.
 Εἶμαι ἐγὼ ὁποὺ εἰς τὰ χέρια μου,
ἔγινε ὁ Ἔρως Μέγας!
 Εἶμαι τὸ χρῶμα, τ’ ἄρωμα.
 Ἄκου με φωτιὰ
ἄνεμε κι’ οὐρανέ μου.
 Ναὶ κυττᾶξτε με, ἐγὼ εἶμαι Ὅλα!
 Ἡ πρωτότοκος εἶμαι Κόρη,
ἡ τῶν Ἑλλήνων Ποίησις εἶμαι!


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
 Ἕλλην
4-10-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Τὸ ὄνειρον τῆς Ἐλευθερίας




 Τὸ ὄνειρον τῆς Ἐλευθερίας




Ἰβίσκου τὸ χρῶμα εἶχε ἡ λυγερόκορμη
μὲ τὰ μακρυὰ μαῦρα μαλλιά,
νὰ ἀντιστέκωνται εἰς τοῦ ἀνέμου τὴν ἀναίδειαν·
κραττῶντας μὲ τὰ λευκά της χέρια,
τὸ τιμόνι τῆς μικρῆς βαρκούλας,
μὲ ἔνα μικρὸν πανί
καὶ σύντροφον τὸν Αἴολον
ἐξεκίνησε νὰ πελαγωθῇ.
 


Σκέφθηκε νὰ κόψῃ μεμιᾶς,
εἰς τὰ δυὸ τὴν θάλασσα
ἤ νὰ γυρίσῃ παντοῦ εἰς τὶς ἀκτές της
καὶ παρέα μὲ τὰ δελφίνια,
νὰ περάσῃ τὴν μικρήν της βαρκούλα,
εἰς τὰ μάτια ὅλου τοῦ κόσμου.
 


Μῆνες τώρα,
θαρρῶ χρόνους τώρα τὴν περιμένουν
κι αὐτή,
συνεχῶς μπαλώνει τὰ σαπιόξυλα
καὶ μὲ τὸ χέρι τοῦ Ἡλίου,
περνᾶ ἐπάνω τους τὸ χρῶμα τῆς Ἀνατολῆς·
ἔντυσε τὴν κουπαστὴν μὲ λευκὸν τοῦ Ὀλύμπου
καὶ τὸ τιμόνι μὲ τριανταφυλλιά,
ἀπὸ τὶς αὐλὲς τῶν Κυκλάδων μεγαλωμένη,
ν’ ἀντέχῃ τὴν ἁρμῦρα καὶ τοὺς ἁλῆτες καιροὺς μαθημένη...
μὲ κομμάτια ἀπ’ ἀτσάλι
ποὺ ξερνᾶ ἡ γῆ εἰς τὶς Θερμοπῦλες,
ἔγραψε τ’ ὄνομά της ἐμπρός.
 


Ἤρεμον αἷμα, φρέσκον, συγκέντρωσε,
προδομένων Ἡρώων Ἑλλήνων
καὶ ὅλο τὸ σκαρὶ ἄλοιψε,
νὰ γίνῃ γερόν!
κι ἐπάνω ἦλθαν οἱ μέλισσες
καὶ οἱ βασιλοποῦλες
νὰ κερώσουν τὸ αἷμα·
κάθε ποὺ ἐρχόταν ἡ Ἄνοιξις,
ἀπὸ μονάκριβον Ἄνθος τῶν Δελφῶν,
ἐμάζευε τὴν γῦριν
καὶ μὲ τοὺς χρόνους ἔπλασε τὸ πανί...
ὡραῖον, γερόν,
μοσχοβολᾶτον καὶ ὑπερήφανον,
μὲ βλέμμα ποὺ τρομάζει τὰ πέλαγα.
 


Νερὰ κρυσταλλωμένα μὲ κόψιν σπαθιοῦ
τὴν πλώρην ἔκαμε, φοβερήν!
καὶ φορῶντας τῆς Ἑλλάδος τὸ ἔνδυμα,
ἐξεκίνησε νὰ πελαγωθῇ.
 Σὲ κάθε λιμάνι κόσμος πολύς,
μὲ τὰ γιορτινά του ἐνδεδυμένος,
τὴν περιμένει μὲ χαρὰν λαμπρήν.
 Μὰ σὰν αὐτὴ πλησιάζῃ,
ἔρχεται ὁ καιρὸς κακός
καὶ ἡ βροχὴ μὲ λῦσσα τοὺς κτυπᾶ.
 Τοὺς σκορπίζει ὁ ἄνεμος
καὶ ἡ μικρούλα βαρκούλα
μὲ τὴν μαυρομαλλοῦσα καπετάνισσα,
βυράρουν,
καὶ ἀναζητοῦν ἀπάγκια λιμάνια,
μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς κάποιος
θὰ πιάσῃ τὸ βιλάι,
νὰ πάρῃ τὰ σχοινιά, νὰ δέσῃ.
 


Ἥλιος ἔκαιγε τὸ μικρὸν ἀγόρι,
ξερακιανόν,
μὰ τὸ κορμάκι του γερὸν φαινόταν·
ἀπάνω εἰς τὶς μπίτες καθόταν
καὶ λαχταροῦσε νὰ μπαρκάρῃ,
μαζὶ μὲ τὴν καπετάνισσα
ἀνάμεσα εἰς τοῦ κόσμου τὰ γαλάζια,
νὰ ζήσῃ ἐλεύθερος.
 Δὲν εἶχε γιορτινὰ νὰ φορέσῃ,
οὔτε σημαιάκι νὰ κουνήσῃ
καὶ τὰ τρύπια παπούτσια του,
δὲν θὰ τὰ χρειαζόταν πλέον εἰς τὴν βαρκούλαν
καὶ πιὸ πέρα κόσμος πολύς,
μὲ ἰαχὲς μὲ ζήτω καὶ καλοστολισμένος.
Οἱ κραυγὲς τῆς βροχῆς,
ἔπεσαν μὲ ὁργισμένην ὁρμὴν έπάνω εἰς τὴν ἑορτὴν
καὶ τὸ πλῆθος ἄρχισε νὰ τρέχῃ μὲ φόβον.
 Τὸ χαμόγελον τῆς καπετάνισσας
ἔγινε κόσμος ὡραῖος ἀνοιξιάτικος,
σὰν εἶδε τὸν μικρὸν νὰ στέκῃ,
μὲ τὰ μάτια βουρκωμένα,
καθὼς τὸ γυάλισμα τοῦ σκαλισμένου μ’ ἀτσάλι
ὀνόματος τῆς βαρκούλας τὸν τύφλωνε.
 Ἦλθεν νὰ τὸν πνίξῃ ὁ καιρὸς
καὶ τὸ κῦμα τροφήν του τὸν ἤθελε,
μὰ ὁ μικρὸς εἶχε ἤδη πηδήξει ἀπάνω
καὶ καθὼς ὁ Οὐρανὸς τὸν κτυποῦσε μανιασμένα,
τὸ καλοσώρισμα τῆς καπετάνισσας,
ἐστόλισε τὴν κακοκαιριὰ μὲ φῶς!
 Καλῶς ἦλθες μικρέ…
καλῶς ἦλθες,
 εἰς τὸ  Ὄνειρον Τῆς Ἐλευθερίας...
 


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
9-6-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »